Αληθινές Ιστορίες στο Μαυρονέρι. Ο Ήρωας της Αλβανίας. 

Αληθινές Ιστορίες στο Μαυρονέρι. Ο Ήρωας της Αλβανίας. 

Η Παρθένα και ο Ματθαίος  

Η Παρθένα , η γνωστή  Πατίκω  στο Μαυρονέρι. Ήταν μια γυναίκα δυναμική και τα  χέρια της, σκληρά από τη δουλειά, μύριζαν χώμα και στάρι, ενώ η καρδιά της, μαλακή σαν το κερί, χτυπούσε πάντα για τα παιδιά της τον Ματθαίο. Εκείνος ήταν η περηφάνια της, το φως του σπιτιού, το στήριγμα στα γεράματά της. Ένα παλικάρι ψηλό, γεμάτο δύναμη και όνειρα, με μάτια που έλαμπαν. 

Όταν ήρθε ο πόλεμος, η Παρθένα δεν προσπάθησε να τον σταματήσει. Ήξερε. Ο Ματθαίος ,όπως όλα τα παλικάρια του χωριού, σηκώθηκε σαν λιοντάρι, γεμάτος ενθουσιασμό και πίστη για την πατρίδα. «Μάνα, μην κλαις. Θα γυρίσω νικητής», της είπε και της χάιδεψε τα μαλλιά πριν φύγει για το μέτωπο. Η Παρθένα δεν έκλαψε μπροστά του. Το χαμόγελο της ήταν σφιγμένο, τα μάτια της γεμάτα περηφάνια και φόβο που πάλευαν μεταξύ τους. Μόλις έφυγε, όμως, κάθισε στην πόρτα κι έριξε το βλέμμα της στα βουνά. 

Ο καιρός πέρασε με ειδήσεις που έφταναν σπάνια και με την καρδιά της να χτυπάει σαν τα τύμπανα του πολέμου. Έστελνε  γράμματα. Ήταν ο τρόπος της να κρατά κοντά της τον Ματθαίο. Μέχρι που ένα πρωινό, όταν οι καμπάνες χτύπησαν  και ένας γείτονας με κατεβασμένο το κεφάλι πέρασε το κατώφλι της, κατάλαβε. 

Ο Ματθαίος της δεν θα γύριζε. Είχε αφήσει τα κόκαλά του στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, πολεμώντας με θάρρος, όπως της είχαν πει. «Ήταν λεβέντης, Παρθένα. Έπεσε για την πατρίδα.» Αλλά εκείνη δεν άκουγε. Το μυαλό της ήταν γεμάτο εικόνες, ο Ματθαίος μικρός, να παίζει στην αυλή ,ο Ματθαίος έφηβος, να γελά δυνατά,  ο Ματθαίος άντρας, να φεύγει με το κεφάλι ψηλά. 

Η Παρθένα έκλαψε για τον αγαπημένο της γιό. Σηκώθηκε, έβγαλε από το σεντούκι τη φωτογραφία του γιού της, την ακούμπησε πάνω στο εικονοστάσι και άναψε το καντήλι. «Το παιδί μου είναι λεβέντης», είπε μόνο, και κάθισε στην πόρτα της, κοιτάζοντας ξανά τα βουνά. 

Από τότε, κάθε πρωί και κάθε σούρουπο, έμενε εκεί, με το βλέμμα χαμένο. Οι γείτονες την έβλεπαν σιωπηλή να λέει πάντα “Ματέμ , Ματέμ”  . Έτσι έλεγε τον Ματθαίο της .Και  δεν ήξεραν πως κάθε βράδυ, όταν η σιωπή σκέπαζε το χωριό, η Παρθένα μιλούσε στον Ματθαίο της. Του έλεγε τα νέα του χωριού, του εξηγούσε πώς φρόντιζε τον κήπο του, και πάντα τελείωνε με την ίδια φράση: «Να ξέρεις, παιδί μου, είμαι περήφανη για σένα.» 

Ο χρόνος πέρασε, αλλά η Παρθένα έμεινε εκεί, μια φιγούρα ακίνητη, αγέρωχη, σαν φύλακας της μνήμης. Το όνομα του Ματθαίου  γράφτηκε  

 στα  βιβλία των αρχείων του Στρατού. Μα για την Παρθένα, το όνομά του ήταν γραμμένο στον ουρανό, κάθε φορά που κοιτούσε τα βουνά. 

Ήξερε πως ο Ματθαίος της δεν χάθηκε. Ζούσε στο χώμα που εκείνος υπερασπίστηκε, στον αέρα που ανέπνεε, στα τραγούδια που έλεγαν για τους ήρωες. Η Παρθένα δεν ήταν απλώς μάνα που έχασε το παιδί της. Ήταν η μάνα όλων εκείνων που έφυγαν, η ζωντανή μνήμη της θυσίας τους. 

Η ζωή του Ματθαίου αποτελεί  έμπνευση και  μάθημα για όλους μας   

Ο Ματθαίος Παπαδόπουλος ήταν ο  γιός του Ανανία και της Παρθένας, της γνωστής Πατίκως  και είχε αδέλφια τον Δαμιανό και τον Ιλαρίωνα Παπαδόπουλο . Ήρθαν πρόσφυγες από το χωριό Χαλίφογλου του Κάρς του Καυκάσου και είναι εγγεγραμμένοι στον Ονομαστικό Κατάλογο Προσφύγων Αγροτών. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή