Ανήλικοι στη Μακρόνησο, η Άγνωστη Σελίδα του Εμφυλίου στο Μαυρονέρι
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα (1946–1949) και στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, η πολιτική καταστολή δεν αφορούσε μόνο ενήλικες, αλλά επεκτάθηκε και σε ανήλικους. Παιδιά 15 και 16 χρονών, που θεωρήθηκαν πολιτικά ύποπτα ή συνεργαζόμενα με την Αριστερά, συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν ενώπιον εκτάκτων στρατοδικείων και καταδικάστηκαν, συχνά χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Οι ποινές που τους επιβλήθηκαν ήταν ίδιες με αυτές των ενηλίκων, οδηγώντας τους σε τόπους εξορίας όπως η Γυάρος, η Μακρόνησος και άλλα ξερονήσια.
Ανάμεσα στους ανήλικους αυτούς βρέθηκε και ο Γιώργος, από το Μαυρονέρι, ένα παιδί που, όπως και εκατοντάδες άλλοι, αντιμετώπισε σκληρές συνθήκες κράτησης σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο για την “αναμόρφωση” των αντιφρονούντων. Ο Γιώργος, ανήλικος ακόμη, πέρασε χρόνια εγκλεισμού στη Μακρόνησο, μακριά από την οικογένειά του και το φυσικό του δικαίωμα στη μόρφωση και την παιδική ηλικία.
Γύρω στα 1949–1950, υπό τη διεθνή πίεση για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στο πλαίσιο της προσπάθειας να καλλιεργηθεί μια “ανθρωπιστική” εικόνα του καθεστώτος, η Βασίλισσα Φρειδερίκη ανέλαβε πρωτοβουλίες. Μέσω των λεγόμενων “παιδοπόλεων” και με ειδικό βασιλικό διάταγμα, δρομολογήθηκε η αποφυλάκιση χιλιάδων ανηλίκων κρατουμένων. Το μέτρο αυτό ήταν βέβαια σε μεγάλο βαθμό πολιτικό. Αποσκοπούσε να μετριάσει την κακή εντύπωση στο εξωτερικό, την ίδια ώρα που στο εσωτερικό η καταδίωξη των πολιτικών αντιπάλων συνεχιζόταν.
Μεταξύ αυτών που αποφυλακίστηκαν βρισκόταν και ο ανήλικος Γιώργος Γεωργιάδης , ο οποίος, μετά από χρόνια σκληρής δοκιμασίας, ξαναβρήκε την ελευθερία του, κουβαλώντας όμως για πάντα τα σημάδια εκείνης της τραυματικής εμπειρίας.
Η ιστορία του Γιώργου και των άλλων παιδιών της Μακρονήσου , υπενθυμίζει μια σκοτεινή σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Τότε που ακόμα και η παιδικότητα θεωρήθηκε απειλή.
Μέσα στους πέτρινους θαλάμους της εξορίας, ανάμεσα σε άντρες με σκαμμένα πρόσωπα και μάτια που είχαν ξεχάσει να γελούν, υπήρχαν κι αυτοί που δεν είχαν καν κλείσει τα δεκαέξι τους χρόνια. Ένα από αυτά τα παιδιά ήταν και ο Γιώργος. Ένα αγόρι με κοντά παντελόνια, παγωμένα χέρια και βλέμμα που έψαχνε τον ουρανό για μια υπόσχεση επιστροφής.
Τον συνέλαβαν ένα απόγευμα του 1948, στο χωριό του. Δεν κρατούσε όπλο, ούτε φώναζε συνθήματα. Δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο ,μια διαδικασία γρήγορη και βαριά και καταδικάστηκε σαν να ήταν άντρας, σαν να κουβαλούσε στις πλάτες του ενοχές που δεν του ανήκαν.
Στην Μακρόνησο, τα παιδιά δεν είχαν ξεχωριστό χώρο. Κοιμούνταν στο πάτωμα δίπλα στους μεγάλους, νήστευαν μαζί τους, κουβαλούσαν πέτρες, έσπαγαν βράχια με τα χέρια που ήταν ακόμα παιδικά. Μόνο κάποιες νύχτες, όταν έπεφτε το σκοτάδι κι οι φρουροί χαλάρωναν, μαζεύονταν στη γωνία και ψιθύριζαν τραγούδια της μάνας και παραμύθια της γιαγιάς. Ήταν ο τρόπος τους να μείνουν παιδιά μέσα στον εφιάλτη.
Το 1949 ήρθε η είδηση σαν ψίθυρος, σαν μια τρεμάμενη ελπίδα: «Η Φρειδερίκη… θα μας βγάλουν από δω…». Λίγους μήνες αργότερα, πράγματι, με βασιλικό διάταγμα, τα παιδιά της Μακρονήσου αποφυλακίστηκαν. Ήταν μια πράξη που ήθελε να δείξει ένα ανθρώπινο πρόσωπο στην Ευρώπη, αλλά για τα παιδιά δεν είχε σημασία το κίνητρο , μόνο το ότι τελείωνε ο εφιάλτης.
Ο Γιώργος στάθηκε ξανά στο λιμάνι της Σύρου, κοιτώντας το πλοίο που θα τον γύριζε πίσω στη ζωή, στο χωριό του . Ήταν ελεύθερος, μα δεν ήταν πια το ίδιο παιδί. Κουβαλούσε μέσα του όλη την αλμύρα, τον φόβο και την αντοχή της Μακρονήσου.
Και κάθε φορά που, χρόνια αργότερα, άκουγε τον άνεμο να φυσάει δυνατά , άκουγε μαζί του και τα άλλα παιδιά που δεν ξέχασαν ποτέ ότι κάποτε , σε μια γωνιά ξερή της Ελλάδας, έμαθαν τι σημαίνει να μεγαλώνεις πριν την ώρα σου.
Δεν πρόλαβε να γεράσει. Έφυγε νέος από τη ζωή, όπως είχε ζήσει, αθόρυβα, με αξιοπρέπεια. Ένας από εκείνους που η ιστορία δεν έγραψε το όνομά τους στα μεγάλα βιβλία, μα που έζησαν την Ιστορία με το κορμί και το αίμα τους.
Ο Γιώργος δεν γύρισε ποτέ στα ξερονήσια. Τα κουβάλησε μέσα του. Κι όσοι τον θυμούνται, τον θυμούνται σαν εκείνο το παιδί με τα μεγάλα, ήσυχα μάτια, που έζησε τη σκληρότητα του κόσμου πολύ νωρίς και έφυγε πριν προλάβει να τον δει να γίνεται καλύτερος.
Κι όσοι τον θυμούνται, τον θυμούνται με συγκίνηση, σαν το παιδί που η ιστορία έστειλε εξορία στα πιο αθώα του χρόνια, μα που κατάφερε, κόντρα σε όλα, να αφήσει πίσω του το δικό του μικρό θαύμα , μια ζωή που, έστω και λαβωμένη, μπόρεσε να ανθίσει.