Αναφορά στον Γκρέκο . Μνήμες από τον Καύκασο .
Η ιστορία του Μαυρονερίου είναι γραμμένη με τα δάκρυα και τον πόνο της προσφυγιάς. Στις αφηγήσεις των παππούδων μας ο ξεριζωμός από τον Καύκασο και το Καρς ζωντανεύει σαν μια μακρινή, θλιμμένη ιστορία .Ανάμεσα στους πρόσφυγες , η γιαγιά και ο παππούς μας ,αλλά και άλλοι συγγενείς, μοιράστηκαν την ίδια μοίρα , το ίδιο ταξίδι , την ίδια ελπίδα .
Η μεταφορά στην Ελλάδα έγινε με τα καράβια .Κάποιοι θυμούνταν το “Πατρίς” και το “Μιχαήλ Αρχάγγελος” Αυτά τα καράβια , τα ατμόπλοια είχαν να πουν τις ιστορίες τους .
Μας έχουν περιγράψει τόσες πολλές ιστορίες κατά την διαμονή τους μέχρι να τους πάρει το καράβι και την ταλαιπωρία τους κατά το ταξίδι μέχρι την Ελλάδα .Ατέλειωτες οι περιγραφές για το ταξίδι εκείνο , που ήταν το ταξίδι του ξεριζωμού και της προσφυγιάς . Όλοι θυμόταν την αναχώρηση που έκοβε την ζωή τους στα δύο . Στη ζωή στην αγαπημένη τους πατρίδα και στη ζωή μετά , στη γη που έμελλε να γίνει το νέο τους σπίτι .
Οι ανοικτές πολεμικές συγκρούσεις Αρμενίας και Κεμάλ της Τουρκίας έθετε σε άμεσο κίνδυνο την επιβίωση του Ελληνικού στοιχείου του Καρς και της Νότιας Ρωσίας . Το 1919 Γενικός Διευθυντής Ειδικής Επιτροπής στο Υπουργείο Κοινωνικής Περίθαλψης ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης, ο μεγάλος συγγραφέας που παραμένει μεγάλος, όσα αρνητικά κι αν έχουν γραφεί κατά καιρούς εις βάρος του . Ο άνθρωπος που ήταν παρών σε εκείνη την σκοτεινή στιγμή της Ιστορίας μας , μπόρεσε να αποτυπώσει την λύπη και την απόγνωση των προσφύγων .
Κατ’ εντολή του Βενιζέλου αναλαμβάνει την εκπόνηση σχεδίου για την διάσωση και περίθαλψη και αργότερα τον βαθμιαίο επαναπατρισμό των ανθρώπων Ποντιακής καταγωγής από την περιοχή του Καρς .
Η αποστολή από το 1920-1921 κρατάει 15 μήνες και έσωσε χιλιάδες Έλληνες .Με 23 ατμόπλοια μεταφέρθηκαν σταδιακά με πολλές αποστολές στην Θεσσαλία και στην Μακεδονία . Ο Καζαντζάκης επωμίστηκε το δύσκολο έργο της μεταφοράς και εγκατάστασης των Ποντιοκαυκασίων στην Μακεδονία. Αυτήν την εμπειρία του την κατέγραψε στο έργο του “Αναφορά στον Γκρέκο” . Είναι ένα συγκινητικό απόσπασμα που αποτυπώνει τον πόνο και την απόγνωση των δικών μας προσφύγων .
” Πόνεσα την αιώνια σταυρωμένη ράτσα μου που κιντύνευε πάλι . Ανθρώποι , άλογα , βόδια , σκάφες , άγια κονίσματα , Βαγγέλια , τσάπες έφευγαν και δρόμωναν κατά τη λεύτερη Ελλάδα .Ο Καύκασος είχε σβήσει μέσα στο φως ,μα οι γέροι , με τη ράχη γυρισμένοι, κάθονταν στην πρύμνια και δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από το αγαπημένο ακροθάλασσο .Ο Καύκασος είχε χαθεί , φάντασμα ήταν και σκόρπισε , μα απόμεινε ασάλευτος , αβασίλευτος βαθιά στις λαμπυρίθρες των ματιών τους .
Δύσκολο πολύ η ψυχή να ξεκολλήσει από την πατρίδα . Βουνά , θάλασσες, αγαπημένοι άνθρωποι , φτωχό αγαπημένο σπιτάκι. Ένα χταπόδι είναι η ψυχή του ανθρώπου κι όλα ετούτα απλόκαμοί της ” .
Ο Καζαντζάκης έδωσε τον λόγο να καταλάβουμε ότι το ταξίδι των προγόνων μας ήταν διπλό , ήταν φυγή και παραμονή ταυτόχρονα. Φυγή από το μέρος , παραμονή μέσα στην καρδιά. Πραγματικά ο Καύκασος είχε χαθεί όχι όμως από τις καρδιές τους . Ο Καζαντζάκης με το μεγάλο του έργο ήταν ο ήρωας που έδωσε μια αχτίδα ελπίδας σε εκείνες τις ψυχές .
Η γιαγιά και ο παππούς μας , μαζί με τους υπόλοιπους συγγενείς , έφτασαν τελικά στην Μακεδονία, όπως τόσες άλλες οικογένειες .Εκεί στην νέα τους πατρίδα , πάλεψαν να ριζώσουν ,να ξαναχτίσουν σπίτια ,να δώσουν στα παιδιά τους μια νέα αρχή .
Κι έτσι ,η ιστορία τους , η ιστορία της γιαγιάς , του παππού και των συγγενών μας , έγινε μια παρακαταθήκη μνήμης .
Ας αφήσουμε την μνήμη μας να καλπάσει στο παρελθόν να ξαναθυμηθούμε στους ήρωες προγόνους μας και να δακρύσουμε μαζί τους .