Γύρω από τη Σόμπα στο Μαυρονέρι
Γύρω από τη σόμπα, που έτριζε και τσαρτσάλιζαν τα κουσκούρια , μαζεύονταν οι γυναίκες της γειτονιάς. Τις χειμωνιάτικες νύχτες, όταν η παγωνιά έπιανε τις στέγες και τα τζάμια ,εκείνες έστηναν το δικό τους καταφύγιο. Έφερνε η καθεμιά κάτι , ένα ταψί πίτα, λίγα πιροσκί , λίγο σουρβά , λίγα τραγανά παξιμάδια. Και το μοίραζαν όπως μοιράζονταν τις ιστορίες, δίχως τσιγκουνιά. Πάνω στη σόμπα έψηναν ρεβύθια, ψωμί και κολοκυθόσπορους και γύρω της, έψηναν τα λόγια τους και τις μνήμες .
Η Λούκη, γερή γυναίκα, έφερνε τα πιροσκί της και έλεγε πως “Μεγάλωσα τα παιδιά του αδελφού του άντρα μου, σα να ’ταν δικά μου”. Στη φωνή της υπήρχε περηφάνια και κόπωση.
Η Πελαγία του Τσιρτσίρ μιλούσε για το μακρύ ταξίδι από τη χώρα της, πέρα στα βάθη της Ανατολής, όπου οι κερασιές άνθιζαν νωρίς και τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από πηλό και όνειρα. “Ήρθαμε με μια κατσαρόλα”, έλεγε. “Και να, τώρα που γεράσαμε, θυμάμαι πιο καθαρά τις μυρωδιές απ’ τα παιδικά μου χρόνια, παρά τα χθεσινά μου βήματα”.
Η Ταμάρα, με τα μάτια πάντα καρφωμένα στο πάτωμα, διηγόταν για το χωριό τους στον Καύκασο, τους παγωμένους χειμώνες και το φευγιό τους με το κάρο. Ποιες οικογένειες έφυγαν, ποιες χάθηκαν, ποιοι γλύτωσαν. Στην κάθε της λέξη ακουγόταν η προσευχή.
Η Τατιανή, που ήξερε κάθε πρόβατο με το όνομά του, έλεγε πώς φτιάχνεις καλό τυρί. “Με υπομονή. Όπως κάνεις και με τα παιδιά, με τον άντρα, με τη ζωή”. Η φωνή της έμοιαζε με ρυάκι ,δροσερή, καθαρή, ακούραστη.
Η Χριστίνα του ζουρνατζή, η πιο αέρινη, θυμόταν το ταξίδι με το καράβι απ’ το Βατούμ. Μικρή κοπελίτσα τότε, κρατούσε το χέρι της μάνας της και κοίταζε τη θάλασσα με τρόμο και θαυμασμό. “Δεν ήξερα πού πήγαινα . Ήξερα μόνο πως ό,τι αφήναμε πίσω ήταν δικό μας”.
Η Νάστα γελούσε , όταν έλεγε πώς την πάντρεψαν με τον Αρίκο. ” Έγινε προξενιό, δεν τον διάλεξα. Μα έμαθα και να τον αγαπώ και πέρασα καλά χρόνια μαζί του ” .
Ήταν και η Ευτυχία ,που δεν έλεγε πολλά. “Εγώ θυμάμαι το χωριό μου “, έλεγε. “Με το ποτάμι και τα κυπαρίσσια. Κι όταν φυσάει βοριάς, μου φαίνεται πως το ακούω να κυλά ακόμα”.
Και η Χριστίνα του Θανασούλη , η πιο σιωπηλή, έπλεκε με το βελονάκι της και ξέπλεκε στη φωτιά το παρελθόν της.
Κι εγώ, παιδί ακόμα, τυλιγμένη στην ποδιά της γιαγιάς μου, άκουγα, ρουφούσα λέξεις. Δεν μιλούσα ,αλλά μάθαινα. Κάθε τους ιστορία γινόταν ρίζα μέσα μου. Ρίζες από χώματα που δεν γνώρισα ποτέ, μα που έγιναν η δική μου γη.
Τυλιγμένη στη σιωπή και την απορία μάθαινα τα πάντα. Κάθε κουβέντα, κάθε ανάσα, κάθε δάκρυ . Ήταν η Ιστορία των χαμένων πατρίδων . Ήταν οι ρίζες μας που δεν σάπισαν ποτέ, γιατί τις ποτίζαμε με μνήμη.