Δεκαετία του ’60. Όταν το Μαυρονέρι Ξεριζώθηκε . 

Δεκαετία του ’60. Όταν το Μαυρονέρι Ξεριζώθηκε . 

Τη δεκαετία του ’60 το Μαυρονέρι έμοιαζε μισοάδειο από τις μανάδες του. Οι αυλές ησύχασαν από τα γέλια τους και τις φωνές τους και τα χωράφια έμειναν ορφανά από τις σκιές τους. 

 Τα χρόνια ήταν δύσκολα, κι οι ανάγκες μεγάλες ,μεγαλύτερες κι από τα όνειρα. Τα παιδιά, που κάποτε έτρεχαν ξυπόλυτα στις αυλές και μετά έπιαναν δουλειά στα χωράφια, τώρα ξεκινούσαν το γυμνάσιο. Τα μάτια τους άνοιγαν , οι ορίζοντες μεγάλωναν. 

Εκείνη την εποχή, τα νέα μαθεύτηκαν. Στη μακρινή Γερμανία, οι μεγάλες βιομηχανίες ζητούσαν χέρια , γυναικεία, πρόθυμα, υπομονετικά.  

Σαν να άνοιξε μια χαραμάδα φως για το μέλλον τους. Έτσι γράφτηκαν οι γυναίκες του Μαυρονερίου ,πολλές, η μια πίσω από την άλλη, με το ίδιο όνειρο.  Να στείλουν πίσω λίγα μάρκα, να φτιάξουν τα σπιτικά τους, να μορφώσουν τα παιδιά τους. 

Η βιομηχανία σοκολάτας Σπρένγκελ στο Ανόβερο άνοιξε τις πόρτες της. Συμβόλαια υπογράφηκαν και οι γυναίκες μάζεψαν προσεκτικά τα υπάρχοντά τους σε μικρές βαλίτσες. Ένα μαντήλι με κεντημένα αρχικά, μια φωτογραφία του άντρα τους και των παιδιών τους ,  λίγο χώμα από το χωριό.  

Με το καράβι από την Ηγουμενίτσα στην Ιταλία και μετά με το τρένο στη Γερμανία. Έφτασαν σε μια χώρα ξένη και παγωμένη, μα με σπίτια έτοιμα για να τις φιλοξενήσουν. 

Πίσω στο Μαυρονέρι, οι γιαγιάδες και  οι παππούδες ξανάγιναν γονείς . Ξύπναγαν τα χαράματα, τάιζαν τα μικρά, τα έστελναν σχολείο και ύστερα πάλι πίσω στα χωράφια. Οι γυναίκες στο Ανόβερο, μέσα στα εργοστάσια με τα βαριά μηχανήματα και τη μυρωδιά της σοκολάτας, μάθαιναν να αντέχουν. Κάθε μήνα έστελναν ένα γράμμα και λίγα μάρκα,  το ισχυρό νόμισμα της Γερμανίας που γινόταν θεμέλιο πίσω στο χωριό. Τα σπίτια έπαιρναν κεραμίδια και τοίχους γερούς, τα παιδιά παπούτσια και τετράδια, οι άντρες ένα στήριγμα στα δύσκολα. 

Μερικές γύρισαν ύστερα από χρόνια με το κομπόδεμα δεμένο σφιχτά γύρω από τη μέση τους, φυλαγμένο όπως οι προσευχές. Άλλες έκαναν την προσκλητήρια επιστολή για τον άντρα και τα παιδιά τους και τα σπίτια του Μαυρονερίου έμειναν ακόμα πιο άδεια, αλλά πιο σίγουρα για το αύριο. 

Τα μάρκα έγιναν σωσίβιο στα όνειρα των Μαυρονεριωτών. Μαζί τους κουβάλησαν και τα βάσανα της ξενιτιάς και της μοναξιάς, του χωρισμού και της ελπίδας. Έτσι ορθοπόδησαν τα σπιτικά τους  και το Μαυρονέρι κράτησε τη μνήμη τους, σαν ένα τραγούδι που λένε ακόμα οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους, για εκείνα τα χρόνια που οι γυναίκες του χωριού έμαθαν να πετούν μακριά, αλλά ποτέ να μην ξεχνούν από πού ξεκίνησαν. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή