Εκεί που Ρίζωσαν οι Μαυρονεριώτες

Εκεί που Ρίζωσαν οι Μαυρονεριώτες

Ξεκίνησα να γράφω για τις ρίζες μας και την ίδρυση του χωριού μας, του Μαυρονερίου , με ό,τι είχα και δεν είχα.  Μνήμες παιδικές, φωνές και ιστορίες από  απογεύματα καλοκαιριού , εικόνες από ξεχασμένα σπίτια και βλέμματα γερόντων που σίγησαν. Έγραφα σαν να κρατούσα το χέρι εκείνων που πρωτοπάτησαν αυτό  το χώμα . Εκείνων που δεν πρόλαβα να γνωρίσω, αλλά που μίλησαν μέσα από τις γιαγιάδες και τους παππούδες μου, μέσα από τις παλιές ιστορίες τους, με λέξεις απλές, μα γεμάτες βάρος.

Με κάθε μου επιστροφή στο χωριό, γινόμουν πιο πλούσια σε μνήμες. Οι ηλικιωμένοι μου άνοιγαν την καρδιά τους ,κάποιες φορές διστακτικά, σαν να ξετυλίγουν κάτι ιερό, κι άλλες με ορμή, σαν να περίμεναν χρόνια να ειπωθούν όλα όσα κρατούσαν μέσα τους. Και κάθε ιστορία έφερνε μία άλλη. Τα πρόσωπα πλήθαιναν. Τα σπίτια, οι συγγένειες, τα χωράφια, οι συνήθειες, όλα ζωντάνευαν, όπως το νερό που αναβλύζει από κρυφή πηγή.

Μα το μετάνιωσα. Που άργησα. Που δεν ξεκίνησα νωρίτερα. Γιατί έφυγαν πολλοί. Και μαζί τους έφυγαν ιστορίες που δε θα ειπωθούν πια. Κι έμεινα με εκείνη τη σιωπή, που μοιάζει με κενό, αλλά είναι πιο βαριά κι από λέξεις.

Έτσι άρχισα να ψάχνω αλλού. Κι ήμουν τυχερή,  ναι, πολύ τυχερή. Γιατί κάποια στιγμή, σε μια απεγνωσμένη περιπλάνηση στο διαδίκτυο, βρέθηκα μπροστά σε έναν κατάλογο. Τον Ονομαστικό Κατάλογο Προσφύγων Αγροτών της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών. Κι εκεί, ανάμεσα σε χιλιάδες ονόματα, ανάμεσα σε γραμμές γεμάτες μελάνι κι ιστορία, ανακάλυψα διαμάντια. Ονοματεπώνυμα. Ονόματα πατρός. Τόποι καταγωγής. Κι ένας αριθμός δήλωσης ,ψυχρός κι απλός, που έλεγε από πού ξεκίνησε ο καθένας  πρόσφυγας και πού  εγκαταστάθηκε. 

Μα για μένα, εκείνοι οι αριθμοί ήταν καρφιά σε χάρτες μνήμης. Ήταν βελονιές στο ύφασμα της ιστορίας μας.

Έψαχνα μήνες. Γράμμα το γράμμα. Από το Α έως το Ω. Αναζητούσα όλα τα επίθετα του χωριού μας. Και μερικά διαφορετικά ,εκείνα που άλλαξαν κατά την απογραφή, είτε από λάθος, είτε από ανάγκη. Ανακάλυψα κι εκείνους που έμειναν για λίγο εδώ και μετά χάθηκαν, σε άλλες πόλεις, σε ξενιτιές. Και άλλους που δεν άφησαν πίσω απογόνους. Μα υπήρξαν. Και ήταν εκεί. Καταγραμμένοι. Ζωντανοί, για μένα.

Κι όσο έβλεπα λέξεις γνώριμες από τις διηγήσεις όπως Χελέγη , Χάσκιοϊ ,  Ερτζιγκιάν,Τσαμούρ, Αργυρούπολη , Καρς , Σουμπατάν , Κιουλαμπέρτ, Αγιάννης ,  Αρνταχάν , Χαλίφογλου,  Τσάλκα , η καρδιά μου χτυπούσε δυνατότερα. Ήταν σαν να έπιανα το χέρι τους. Σαν να τους κοιτούσα στα μάτια. Έκανα νοερά το ταξίδι μαζί τους. Από τα  βάθη του Καυκάσου ,της Τσάλκας  και του Πόντου μέχρι το Μαυρονέρι . Με κάρα, με καράβια, με σιωπή, με δάκρυα.

Κι όταν έφταναν, έριχναν το βλέμμα γύρω τους,  άγνωστη γη, ξένη, καινούρια. Μα έριχναν ρίζες. Όχι στα λόγια, μα στα έργα. Στους ιδρώτες, στις πέτρες που στοίβαξαν, στις αυλές που έφτιαξαν, στα χωράφια που πότισαν.

Ο Κατάλογος αυτός, που ήταν για χρόνια κρυμμένος από μένα, ήταν σαν αποκάλυψη. Ήταν σαν να με περίμεναν εκεί, στη σειρά, χιλιάδες άνθρωποι, να τους βρω. Να τους ακούσω. Και να γράψω για αυτούς.

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή