Η Βαβούλα του Καρς
Στο Χαλίφογλου του Καρς του Καυκάσου, εκεί στη μακρινή πατρίδα, η Βαρβάρα Αναστασιάδου, η σύζυγος του Αρσένιου και νύφη του Συμεών και της Θεοδώρας ,ζούσαν εκεί με τα δύο παιδιά τους , τον Λουκά και την Αλεξάνδρα.
Ήταν γυναίκα βουβή στον πόνο της, σαν τις πέτρες που αντέχουν τον χειμώνα, αλλά μέσα της κυλούσε ένα ποτάμι αντοχής. Εκεί, στον τόπο που ακόμα φυσούσε ο αέρας της Ρωμιοσύνης, ζούσαν ήσυχα ,ως που ήρθαν τα μαύρα χρόνια. Το Καρς παραδόθηκε στην Τουρκική επικράτεια και η γη άρχισε να τρέμει κάτω από τα πόδια των Ελλήνων.
Το 1918 η οικογένεια πήρε τα παιδιά της και μαζί με τους αδελφούς του άντρα της, τον Νικόλα (1872-1970) και τον Ιωάννη( 1873- 1951) έδεσαν τα υπάρχοντα στα κάρα και τράβηξαν δρόμο. Πέρασαν βουνά, νερά και τρόμο, ώσπου έφτασαν στο Βατούμ της Μαύρης Θάλασσας. Έμειναν δύο χρόνια αλλά ο άνδρας της ,ο Αρσένιος ,δεν άντεξε τις κακουχίες και πέθανε . Τον έθαψαν εκεί στα ξένα χώματα .
Έτσι την Βαρβάρα με τα δύο ανήλικα ορφανά και τους δύο κουνιάδους της, τους φόρτωσε ένα πλοίο κι άνοιξαν πανιά για έναν άγνωστο προορισμό. Ήταν το ταξίδι των ξεριζωμένων, με την ψυχή στην πατρίδα και το βλέμμα στο πέλαγος.
Κατέβηκαν στον Πειραιά κι από εκεί στη Σύρο. Πρώτη φορά είδαν τόση θάλασσα οι άνθρωποι του βουνού. Τους έβαλαν στα σπίτια , που ονομάζονταν προσωρινή πατρίδα.
Οι πέτρες της Σύρου δεν έμοιαζαν με τις παγωμένες στέπες του Καρς κι η αλμύρα τρόμαζε τις γυναίκες που είχαν μάθει να μυρίζουν χώμα και ρετσίνι. Έζησαν δυο χρόνια(1920-1922) στη Σύρο, προσπαθώντας να ριζώσουν σ’ έναν τόπο που δεν τους έμοιαζε.
Από εκεί βρέθηκαν στο Χαρμάνκιοϊ της Θεσσαλονίκης και δούλευαν στο κεραμοποιείο του Φιλίππου ίσως μέχρι το 1926.
Ώσπου ήρθε ένα μήνυμα. Ο Νικόλας Θεοδωρίδης, παλιός χωριανός από τα βουνά, τους καλούσε στο Μαυρονέρι του Κιλκίς. Εκεί, είπε, είναι σαν το Καρς ,γη τραχιά, ευλογημένη κι οι άνθρωποι ακόμα θυμούνται. Και πήραν τον δρόμο πάλι. Η Βαρβάρα, η Βαβούλα, όπως την έλεγαν πια, έφτασε στο νέο χωριό, βαστώντας από το ένα χέρι την Αλεξάνδρα και τον Λουκά και από το άλλο τις μνήμες της πατρίδας.
Δεν είχε τίποτε , μόνο τα δυο της παιδιά και δυο χέρια που ήξεραν να βοηθούν. Έπλενε, έραβε, έσπερνε, μα πάνω απ’ όλα ξεγεννούσε. Έγινε η μαμή του Μαυρονερίου. Πέρασαν από τα χέρια της δεκάδες ψυχές που είδαν το φως, μέσα σε φτωχικά δωμάτια, δίπλα σε τενεκεδένια μαγκάλια. Κανένα μωρό δεν έκλαψε μόνο , η Βαβούλα του ήταν εκεί.
Μα η ζωή δεν της χαρίστηκε. Ο Λουκάς της ( 1912-1944), το καμάρι της, μπλέχτηκε στα χρόνια του διχασμού. Στα χρόνια του Εμφυλίου, ο γιος της έγινε καθοδηγητής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Και χάθηκε. Ούτε γράμμα, ούτε τάφος, ούτε ένα ίχνος. Μόνο σιωπή. Τον κατάπιε η ιστορία και η μάνα του και η γυναίκα του έμειναν να περιμένουν ένα θαύμα.
Και η κόρη της η Αλεξάνδρα ( 1914-1974), παντρεύτηκε και έκανε την οικογένειά της,στην Κρηστώνη Κιλκίς .
Η Βαβούλα ήταν η μαμή του χωριού ,αυτή που έφερνε στον κόσμο τα μωρά, με χέρια σταθερά και καρδιά γεμάτη προσευχή. Στα δικά της χέρια πρωτοκράτησαν ανάσες δεκάδες μανάδες, στα δικά της λόγια βρήκαν κουράγιο στον πόνο.
Κι όμως, εκείνη, που ξεγέννησε τόσες ψυχές, είχε χάσει τη δική της. Τον μονάκριβό της, τον Λουκά, που χάθηκε στον Εμφύλιο και δεν γύρισε ποτέ. Ούτε τάφος, ούτε νέα. Μονάχα σιωπή.
Κάθε φορά που κρατούσε στα χέρια της ένα νεογνό ,κι ας μην το έλεγε ποτέ, όλοι το ήξεραν. Σε κάθε γέννα, η Βαβούλα ξαναγεννούσε και τον δικό της καημό.
Πέρασαν τα χρόνια και η Βαβούλα έσβησε με τον καημό μέσα της. Έσβησε, μα δεν λύγισε ποτέ. Ανέθρεψε τα παιδιά του Λουκά της , στάθηκε βράχος στη νύφη της και κουβάλησε το φορτίο της ζωής ως το τέλος.
Και ήρθε ο καιρός που η τρισέγγονή της, η Δημητρούλα, βρέθηκε στη Σύρο. Μπήκε σ’ ένα παλιό ίδρυμα, εκεί που κρατούσαν αρχεία προσφύγων. Έψαξε. Ώσπου σε μια παλιά κιτρινισμένη σελίδα, διάβασε:
“Βαρβάρα Αναστασιάδου, με τέκνα Λουκά 8 χρόνων και Αλεξάνδρα 6 χρόνων ».
Και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Δεν ήταν μόνο το όνομα ,ήταν η επιβεβαίωση της ρίζας, η απόδειξη πως η Βαβούλα είχε αφήσει ίχνος, ακόμα κι εκεί που νόμιζαν πως όλα χάθηκαν.
Γύρισε στο Μαυρονέρι και το είπε στον παππού της, τον 84χρονο Μύρωνα, γιο του Λουκά. Εκείνος την άκουσε σιωπηλά και δυο δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του .
— Δεν πήγε χαμένος ο πόνος της, είπε. Τώρα η ιστορία της ζει.
Και στον τόπο εκείνο, στις αυλές του Μαυρονερίου, ανάμεσα στις φωνές των παιδιών και τις σκιές των παλιών προσφύγων, η Βαβούλα ζει ακόμα. Σαν μνήμη, σαν προσευχή, σαν γυναίκα που κράτησε το φως της ζωής αναμμένο ,μέσα στα πιο σκοτεινά χρόνια.
* Η Βαρβάρα Αναστασιάδου ήταν η κόρη του Αντωνίου Σιδηρόπουλου και της ….. Γεννήθηκε στο Χαλίφογλου του Καρς του Καυκάσου το 1896 και έφυγε από τη ζωή στις 5/8/1982, στο Μαυρονέρι Κιλκίς, τον τελευταίο σταθμό της ζωής της .
Στον Ονομαστικό Κατάλογο Προσφύγων Αγροτών είναι εγγεγραμμένη ως Αναστασιάδου Βαρβάρα, χήρα του Αρσενίου ,το γένος Αντωνίου Σιδηρόπουλου ,από το Χαλίφογλου του Καρς με αριθμό δήλωσης 139442 και τόπο εγκατάστασης το Μαυρονέρι ,ως αρχηγός οικογένειας.
Τα αδέλφια του Αναστασιάδη Αρσενίου, που ήρθαν μαζί με τη χήρα νύφη τους ,Βαρβάρα, στο Μαυρονέρι ήταν :
*Ο Νικόλαος Αναστασιάδης του Συμεών ,από το Χαλίφογλου του Καρς , με αριθμό δήλωσης 139443 και τόπο εγκατάστασης το Μαυρονέρι, ως αρχηγός οικογένειας.
* Ο Ιωάννης Αναστασιάδης του Συμεών από το Χαλίφογλου του Καρς με αριθμό δήλωσης 139432 και τόπο εγκατάστασης το Μαυρονέρι επίσης , ως αρχηγός οικογένειας.
* Ο Αναστασιάδης Λουκάς του Αρσενίου ,ήταν ο γιός της Βαρβάρας , εγγεγραμμένος στον Ονομαστικό Κατάλογο Προσφύγων Αγροτών,με αριθμό δήλωσης 139443 ως μέλος οικογένειας .
Πληροφορίες από την Βικιπαίδεια
Η Σύρος, με κέντρο την Ερμούπολη, ήταν ένα από τα βασικά νησιά υποδοχής και εγκατάστασης προσφύγων.
Είχε λιμάνι και ιδανική υποδομή για να απορροφήσει πληθυσμούς.
Εκεί εγκαταστάθηκαν Καυκάσιοι, Πόντιοι, και Μικρασιάτες. Δημιουργήθηκαν προσφυγικές συνοικίες, π.χ. η Ανάστασις, το Βροντάδο, η Νεάπολη.
Ιστορικές αναφορές:
Σύμφωνα με τα αρχεία της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ), στη Σύρο εγκαταστάθηκαν περίπου 4.000–5.000 πρόσφυγες την περίοδο 1922–1925.
Πολλοί εξ αυτών είχαν περάσει από τον Καύκασο, μέσω Βατούμ και Θεσσαλονίκης.
Καταγράφηκαν Ποντιακά και Καππαδοκικά χωριά που μετεγκαταστάθηκαν ομαδικά.