Η Βρύση του Βλάχου 

Η Βρύση του Βλάχου 

Στο Μαυρονέρι, εκεί όπου ο δρόμος βγαίνει για το χωριό  Μικρόκαμπο, δεξιά από τη μεγάλη στροφή, στέκει ακόμη,  μια παλιά βρύση. Λιτή, με τη χαβούζα της γεμάτη νερό και ουρανό. Από πάντα εκεί, να ξεδιψάει ανθρώπους και ζώα, να ακούει τις κουβέντες τους, να μαρτυρά τους κόπους και τα όνειρά τους. 

Τη λένε “Βρύση του Βλάχου”, κι όσοι  την ξέρουν  χαμηλώνουν τη φωνή όταν μιλούν γι’ αυτή, λες και μιλούν για κάτι ιερό. 

Εκεί ήταν το τσιφλίκι του Βλάχου του Μπρόζου. Με τον καιρό, οι Βλάχοι  βοσκοί, είχαν αγοράσει τα κτήματα απευθείας από τους Τούρκους. Δεν ήταν φτωχοί ούτε τυχοδιώκτες. Είχαν στο χέρι τους τίτλους, χαρτιά σφραγισμένα που τους έδιναν το δικαίωμα να λένε με καμάρι: «Δικό μας είναι το χώμα αυτό.”  Έστησαν στάβλους χαμηλούς, γεμάτους ζωή. Πρόβατα, σκυλιά, άλογα και βουβάλια ανασαίναν τη μυρωδιά του χορταριού και του καιρού. 

Το υποστατικό απλωνόταν όσο έφτανε το μάτι. Από τη Βρύση του Βλάχου μέχρι πέρα, στο χωριό Αποστολάρ, ένας χωματόδρομος, από πατημένο χώμα και χρόνια, ένωνε τη μια άκρη της γης με την άλλη. Εκεί πάνω περπατούσαν άνθρωποι και όνειρα μαζί. 

Ο Γιάννης ο Γεωργιάδης ήταν ένας από αυτούς. Μαζί με τη γυναίκα του, την Αγαθή, και τα τρία παιδιά τους, τον Γιώργο, τον Μανώλη και τον Νάκο .  Είχαν κι αυτοί ζώα, βουβάλια που λασπώνονταν στον ήλιο και πρόβατα που βελάζαν χαρούμενα. Κάθε μέρα, με το χάραμα ή το σούρουπο, κατέβαζαν το κοπάδι στη βρύση να πιει νερό. 

Εκεί, στις ανταμώσεις των ανθρώπων και των ζώων, γεννήθηκαν φιλίες. Οι Γεωργιάδηδες και οι Μπροζαίοι γίνανε μια οικογένεια  με τιμή και σεβασμό, μοιράζοντας ψωμί, κουβέντες, μυστικά και ανησυχίες κάτω από τον ίσκιο  των δέντρων. 

Ύστερα, ήρθαν τα χρόνια της αλλαγής. Οι Μπροζαίοι πήραν την απόφαση να φύγουν. Αγόρασαν κτήμα στο Χέρσο και  άφησαν πίσω τους στάβλους και  τα χώματα που είχαν ποτιστεί με ιδρώτα και γέλια . Πήραν μαζί τους μονάχα τα αναγκαία,  τα ζωντανά, τους σπόρους, τις προσευχές τους. 

Στο καινούργιο μέρος τους είχε πολλά πουρνάρια . Ο  Μανώλης, ο δεύτερος γιος του Γιάννη, μαζί με τον πατέρα του, πήγαιναν εκεί συχνά. Μαζεύαν πουρνάρια για τους αχυρόφουρνους.  

Τα πρωινά, όταν το αλεύρι ανακατευόταν με το νερό κι ο φούρνος ζεσταινόταν, όλο το σπίτι μύριζε φρεσκοψημένο ψωμί . 

Η Βρύση του Βλάχου συνέχισε να υπάρχει. Όχι μόνο σαν τόπος, αλλά σαν μνήμη. Να διηγείται σιωπηλά, στους περαστικούς και στους λίγους που ξέρουν να ακούν, ιστορίες ανθρώπων που αγάπησαν τη γη και τίμησαν το νερό της. 

Γιατί, εκεί στα παλιά χώματα, κάθε σταγόνα νερού έχει να πει μια ιστορία. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή