Η Γαραγούρα στο Μαυρονέρι. Της Νύχτας το Πάτημα 

Η Γαραγούρα στο Μαυρονέρι. Της Νύχτας το Πάτημα 

Εκεί στα χώματα του Μαυρονερίου, τότε που οι νύχτες ήτανε βαθιές και σιωπηλές και το καντήλι έτρεμε απ’ το παραθύρι με το πρώτο φύσημα του ανέμου, κυκλοφορούσε μια ιστορία παλιά. Για μια σκιά αόρατη, για μια παρουσία που ερχόταν χωρίς βήμα και έφευγε χωρίς ήχο. Την έλεγαν  Γαραγούρα. 

Οι παλιοί του χωριού το ήξεραν καλά. «Μη σου τύχει, παιδί μου», έλεγε η γιαγιά , η Άβελ Μαρία  , που ‘χε ζήσει δυο πολέμους και τρεις κατοχές, «γιατί άμα σε πατήσει η γαραγούρα, δε σ’ αφήνει ν’ ανασάνεις». 

Έλεγαν πως ερχόταν τις ώρες τις βαριές, κατά τις τρεις του όρθρου, όταν όλος ο κόσμος βρισκόταν στο πιο βαθύ του ύπνο. Ξαφνικά, άνοιγες τα μάτια σου , μα δεν μπορούσες να κουνηθείς. Ένιωθες πως κάτι σ’ έπνιγε στο στήθος, πως μια δύναμη σ’ είχε καρφώσει στο στρώμα. Δεν μπορούσες να φωνάξεις. Μονάχα ήθελες να ουρλιάξεις κι η φωνή να μη βγαίνει.Η γαραγούρα δεν είχε σχήμα ανθρώπου, ούτε και ζώου. Δεν την έβλεπες, μα την ένιωθες. Ερχόταν τις ώρες που η ψυχή χαλάρωνε από το κορμί, ανάμεσα ύπνου και ξύπνιου. Ξυπνούσες με τα μάτια ανοιχτά, μα το σώμα σου πέτρα. Δεν μπορούσες να μιλήσεις, δεν μπορούσες να φωνάξεις. Βάρος μεγάλο σ’ έπνιγε στο στήθος, λες και κάτι καθόταν απάνω σου και σε κρατούσε κάτω. 

Κι όλοι ήξεραν,  ήρθε η γαραγούρα. Δεν τη βλέπεις, μα σε βρίσκει. Πολλοί την είπαν δαιμονική, άλλοι πνεύμα παλιό, άλλοι κατάρα από στόμα κακό. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν η ψυχή κάποιου πνιγμένου . 

Όμως το γιατρικό της δεν ήταν ούτε το νερό του παπά ούτε λιβάνι. Ήταν λόγος. Το “Πάτερ ἡμῶν”. 

«Άμα σε πατήσει, μη φωνάξεις, παιδί μου», έλεγε ο μπάρμπα Γιάννης ο Ξενίδης  . «Μη τρέμεις, μόνο πες το “Πάτερ ἡμῶν” μες στο μυαλό σου, κι αυτή θα κάνει πίσω. Δεν αντέχει την πίστη». 

Και ήταν πολλές οι ιστορίες. Μια φορά λέγαν πως η γαραγούρα πήγε να πατήσει την κυρά – Βασιλική του Περχάν . Μα εκείνη, με το στόμα κλειστό και την καρδιά της αναμμένη, ψιθύρισε το Άγιο κι η σκιά έφυγε σαν καπνός στον αέρα. 

Από τότε, κάθε βράδυ, οι γιαγιάδες σταυρώναν το μαξιλάρι και ψιθύριζαν το “Πάτερ ἡμῶν” πριν κοιμηθούν. Και τα παιδιά που ξυπνούσαν ιδρωμένα, ήξεραν να μην κλαίνε, αλλά να προσεύχονται.Οι γερόντισσες, όμως, είχαν την απάντηση.  «Άμα στη νύχτα σε βρει η Γαραγούρα, μη φωνάξεις. Μη χτυπηθείς. Μην πολεμήσεις με το σώμα. Με το στόμα της καρδιάς σου να πεις το “Πάτερ ἡμῶν”, κι αυτή θα ξεθυμάνει και θα φύγει». 

Γιατί ο λόγος ο άγιος, έλεγαν , έχει δύναμη μεγαλύτερη από το κακό. Και μόνο έτσι μπορούσες να ελευθερωθείς από το πάγωμα εκείνο,  με προσευχή κι υπομονή. 

Γιατί το Μαυρονέρι μπορεί να μην είχε μεγάλα σπίτια, μα είχε μνήμες και λόγο. Και τον φόβο, δεν τον διώχναν με φωνές,  μα με πίστη. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή