Η γιαγιά Λούκη – Λουκερίνα.
Ήταν το 1977 όταν βρέθηκα νύφη στο Μαυρονέρι στον τόπο του άνδρα μου ,ως νύφη της οικογένειας του Παπαδόπουλου Άβελ .Τα πρώτα μου βήματα εκεί συνοδεύονταν από καλημέρες και ευχές ,επισκέψεις σε συγγενείς και δώρα καλωσορίσματος.Η πρώτη μου επαφή με τα ήθη και τα έθιμα του χωριού αυτού, ήταν οι γάμοι και οι χοροί .
Η πρώτη επίσκεψη, ήταν στους συγγενείς της οικογένειας, που με καλωσόριζαν με δώρα . Και καταλάβαινα ότι βρέθηκα σε κοινωνία με διαφορετική κουλτούρα, την οποία ενστερνίστηκα και τίμησα .Το Μαυρονέρι ήταν ένα χωριό αλλιώτικο από το δικό μου Άνθρωποι απλοί , ζεστοί με μια κουλτούρα που αμέσως κατάλαβα πως θα ‘ πρεπε να αγκαλιάσω , αν ήθελα να γίνω μία από αυτούς . Και το έκανα . Έγινα ένα με το χωριό , με την ιστορία του, με τους ανθρώπους του .
Γνώρισα όλο το χωριό και έγινα ένα μαζί τους. Με προκαλούσε απορία και θαυμασμό το πόσο μακριά ήταν οι χαμένες Πατρίδες τους και πόση δύναμη έδειξαν για την εγκατάστασή τους σε αυτόν τον τόπο. Και αγωνίστηκαν και πρόκοψαν.
Την πρώτη μέρα στο χωριό δέχθηκα την επίσκεψη μιάς μαυροφορεμένης γιαγιάς .Το πρωί άνοιξε την πόρτα μόνη της και κάθισε κοντά στην σόμπα .Την καλημέρισα και δεν ανταποκρίθηκε .Τρόμαξα και την κοίταξα με απορία. Δεν συνηθιζόταν στο χωριό μου επίσκεψη πρωινή χωρίς πρόσκληση.
Η πεθερά μου χαμογέλασε βλέποντας την ταραχή μου της έκανε τον καφέ και εκείνη τον ήπιε με γρηγοράδα . ” Μην φοβάσαι ” μου είπε,”δεν ενοχλεί κανέναν και δεν μιλάει πολύ. Είναι η γιαγιά η Λούκη , Λουκερίνα βαφτισμένη “.
Μου εξήγησε πως η γιαγιά έχει αμνησία και ζει λίγο πιο κάτω με τον γιό της και την νύφη της, που την πρόσεχαν πολύ .
Όλη η φυσιογνωμία της, με την μαύρη ενδυμασία της σε τρόμαζε .Κι εγώ προσπαθούσα να καταλάβω τις σκέψεις της .
Το σπιτικό της ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω και είχε και φούρνο στην αυλή της .Ερχόταν πολύ συχνά στο σπίτι μας, σχεδόν καθημερινά .
Καταλάβαινα ότι με συμπαθούσε και έδειχνε μια γλυκύτητα, όταν με κοίταζε .Πολλές φορές σκεφτόμουν πώς ήταν η ζωή της στα νιάτα της . Πώς ήταν η πορεία αυτής της ζωής; Πόσα βάσανα πέρασε ; Από πόσο μακριά ήλθε , ποιά ήταν η πατρίδα της ; Πόση υπομονή είχε και πόση επιμονή για να πετύχει τα όνειρά της , πόσο πόνο άντεξε; Ποιά ήταν η προσμονή της ;
Και τώρα βρέθηκε κουρασμένη κάπου εδώ στο τέλος και ήρθαν οι μέρες που είδε τα πάνω κάτω από τα γεράματα .Κάποια μανούλα που την γέννησε τής είχε λαχτάρα και αδυναμία και μεγάλωνε με τα αδέλφια της, που σίγουρα την αγαπούσαν .
Έμαθα την ιστορία της λίγο αργότερα . Πήγε λέει να θερίσει τη μέρα του Αγίου Πνεύματος. Παράκουσε το έθιμο , έπιασε το δρεπάνι μέρα γιορτής . Κι έγινε το κακό . Μια αδέξια κίνηση και μια στιγμή αρκούσε . Το δρεπάνι χώθηκε στο μάτι της και από τότε η γιαγιά Λουκή έβλεπε τον κόσμο μισό . Τιμωρία, έλεγαν . Έτσι πίστευαν τότε οι άνθρωποι . Πίστευαν πως αν παραβιάσεις τις ιερές μέρες , η μοίρα θα σου δείξει τη δύναμή της . Και η Λούκη την γνώρισε αυτήν την δύναμη .
Κάποτε ήταν νεαρή κοπέλα η Λούκη, νοικοκυρά , φουρνάρισσα , κεντήτρα στα παπλώματα . Είχε τον φούρνο με τον άνδρα της και έψηνε τα ψωμιά της γειτονιάς . Ο Θεός δεν της χάρισε παιδιά ,αλλά μεγάλωσε τα ορφανά παιδιά του αδελφού του άνδρα της . Όλα αυτά τα έμαθα από τους άλλους. Η ίδια δεν μιλούσε ποτέ για αυτά . Ήταν λες και η ζωή της ήταν κομμάτια , που δεν μπορούσε πια να τα ενώσει.
Από εκείνη την ημέρα η γιαγιά Λούκη ερχόταν συχνά στο σπίτι . Αμίλητη , με το κεφάλι σκυφτό , το τσεμπέρι δεμένο στο κεφάλι της με κοιτούσε στα μάτια, σαν μικρό παιδάκι . Τι να σκεφτόταν το μυαλουδάκι της που δεν μπορούσε να το εκφράσει. Κάθε φορά που με κοιτούσε , ήταν σαν να ζητούσε κάτι από μένα. Όχι με λέξεις , οι λέξεις της ήταν λιγοστές , αλλά με το βλέμμα της .
Με τον καιρό γίναμε φίλες . Άρχισε να μου μιλάει . Όχι στα ελληνικά , αλλά στην γλώσσα της . Μου έλεγε “τσόκ σογιούζ” και μου έδειχνε στο παράθυρο έξω για να μου πει πόσο κρύο κάνει και έβλεπα ότι η γιαγιά Λούκη επικοινωνούσε μαζί μου .
Την ρωτούσα πώς είναι κι εκείνη μου απαντούσε ,”τσόκ ιγιγίμ ” και έδειχνε ότι είναι καλά .Αμέσως όμως κλείδωνε τις σκέψεις της .
Οι επισκέψεις της είχαν πυκνώσει και ένοιωθα ότι η φίλη μου η γιαγιά Λούκη περνούσε καλά μαζί μου . Της άρεσε να είναι μαζί μου και να κάθεται αμίλητη .
Ανταποκρινόμουν με τα μάτια στις επιθυμίες της . _”Θέλεις καφέ ; ” την ρωτούσα κι εκείνη ήθελε ,”καχβέ ιστίγιορουμ “.”Ναι θέλω καφέ ” .
“Σεκερλί καχβέ , μπουγιουρούμ ” , η φίλη μου άνοιγε την καρδιά της σε μένα με αυτές τις λίγες λέξεις .”Γλυκό καφέ , πάντα γλυκό , σε παρακαλώ” και το πρόσωπό της φωτιζόταν σαν μικρού παιδιού .
Σιγά –σιγά, χωρίς να το καταλάβω έγινα η μαθήτριά της. Η γιαγιά Λούκη έγινε η δασκάλα μου . Άρχισα να μαθαίνω μερικές από τις τούρκικες λέξεις που έλεγε και τις επαναλάμβανα κι εγώ _ “Μ π ί ρ Μ π α ρ ν τ ά κ σ ο ύ.” που σημαίνει ένα ποτήρι νερό . Και η γιαγιά Λούκη χαιρόταν που της μιλούσα στην γλώσσα της και έμαθα αρκετές λέξεις. Τότε έβλεπα τα χείλη της να σφίγγονται σε ένα μισό χαμόγελο και έμαθα αρκετές λέξεις . Η δασκάλα μου η Λούκη .
Μια μέρα ήρθε με δύο μανταρίνια στην ποδιά της . Μου τα έφερε και τα ακούμπησε πάνω στο τραπέζι . Καμμία λέξη , μονάχα η κίνησή της. Εγώ της είπα ” τσόκ τεσεκιούρ εντέριμ” “ευχαριστώ πολύ” και δεν αποκρίθηκε αλλά είδα στα μάτια της κάτι φωτεινό. Κατάλαβα ότι είχε κάποιες αναλαμπές και μετά το μυαλουδάκι της χανόταν .
Μετά από καιρό η γιαγιά Λούκη αρρώστησε και έφυγε για το μεγάλο της ταξίδι .’Ηταν για μένα η φίλη μου, που προσπαθούσα να λύσω την σιωπή της και να την κάνω να νοιώθει ευτυχισμένη . Σκέφτηκα την ήσυχη παρουσία της , τα μανταρίνια της ποδιάς της , τις τούρκικες λέξεις που μου έμαθε . Σκέφτηκα το βλέμμα της που ήταν άλλοτε άδειο και άλλοτε φωτεινό. Η Λούκη μου είχε δώσει κάτι πολύτιμο , χωρίς να το ζητήσω . Η Λούκη δεν γνώριζε γράμματα ,αλλά ήταν σοφή . Δεν μιλούσε πολύ , αλλά είπε όσα χρειαζόταν .
” Γκιουζέλ γκιζί , γιαγιά Λούκη” , ψιθύρισα . Καλό ταξίδι , γιαγιά Λούκη.
Και όσο περνούν τα χρόνια , σκέφτομαι πως ο κόσμος ήταν γεμάτος από τέτοιες γιαγιάδες . Γυναίκες που δεν έγραψαν ποτέ την ιστορία τους ,αλλά την έζησαν βαθιά και την έκαναν φωτιά να ζεσταθούν οι άλλοι . Και τότε ξέρεις ότι κάθε άνθρωπος που έρχεται στην ζωή σου , ακόμα και σιωπηλός , αφήνει πάνω σου το αποτύπωμά του . Μαθήματα , σκέψεις , συναισθήματα, όλα περνούν από το μυαλό σου και αφήνουν το στίγμα τους .
Και όταν περάσουν τα χρόνια και αλλάξει ο κόσμος σου , θα σκέφτεσαι όλους που πέρασαν από την ζωή σου . Η φιγούρα της γιαγιάς Λούκης είναι η συμβολική ενσάρκωση της λαϊκής ψυχής , μια γυναίκα απλή , σοφή ,αγέρωχη !
Ελένη Τσιφτσόγλου – Παπαδοπούλου
Έτος 2022