Η Γλώσσα στο Μαυρονέρι που έσβησε μέσα στις Σκιές.
Η γιαγιά Μαιρούλα μεγάλωσε μ’ έναν ήχο που σήμερα μοιάζει σχεδόν ξεχασμένος. Μια φωνή γλυκιά, αλλιώτικη, μια γλώσσα που δεν έγραφε βιβλία, μα έλεγε παραμύθια. Ήταν η ουρούμικη, το ιδίωμα που έσερνε πίσω του αιώνες περιπλάνησης και συμβίωσης, τουρκογενές στη ρίζα, μα με ποντιακές ανάσες και η μάνα της τη μιλούσε όπως μιλούσε και στην προσευχή , με πίστη και με στοργή.
Με αυτή τη γλώσσα τους αγάπησε, με αυτή τους νανούρισε. Τα πρώτα τους λόγια, οι πρώτοι φόβοι, τα πρώτα παιχνίδια , όλα ειπωμένα μέσα σ’ αυτή την παράξενη γλώσσα των ξεριζωμένων. Στα σπίτια τους, ανάμεσα σε εικονίσματα ακουγόταν μια φωνή που δεν ήταν ούτε αμιγώς ελληνική, ούτε τουρκική, ούτε ποντιακή. Ήταν κάτι δικό τους. Ένα γλωσσικό αποτύπωμα της περιπλάνησης, της ανάγκης, της προσαρμογής.
Κι όχι μόνο η ουρούμικη. Και η ποντιακή ακουγόταν τότε στο Μαυρονέρι, στις ίδιες αυλές, στα ίδια σπίτια. Κι εκείνη η γλώσσα κουβαλούσε μνήμες και ρίζες, γεμάτη λεβεντιά και πόνο, γεμάτη τραγούδια και προσευχές. Μα κι αυτή, όπως και η ουρούμικη, χάθηκε σιγά σιγά. Σκεπάστηκε από τη σιωπή, από την ανάγκη για ένταξη, από τη λαχτάρα να προχωρήσουν τα παιδιά μπροστά χωρίς βαρίδια.
Κι ύστερα ήρθαν εδώ. Στο Μαυρονέρι.
Ο τόπος άγριος και φιλόξενος μαζί. Και οι άλλοι άνθρωποι σαν κι αυτούς, πρόσφυγες, μα με κοινές ρίζες. Κι εκεί άρχισαν να μαθαίνουν τα ελληνικά. Όχι στα θρανία ,δεν ήταν ο καιρός για σχολεία και δασκάλους. Στο χωράφι, στο πανηγύρι, στην εκκλησία. Από τους συγχωριανούς τους. Από τις μάνες που φώναζαν τ’ όνομα του παιδιού με έναν τρόπο ελληνικό αλλά βαμμένο με ποντιακή χροιά.
Έμαθαν την ελληνική με τον μόχθο της καρδιάς. Μόνοι τους. Για τα παιδιά τους. Όχι για τον εαυτό τους. Δεν τους ένοιαζε αν έκαναν λάθη, αν τα ρήματα μπερδεύονταν ή αν η προφορά πρόδιδε την καταγωγή τους. Ήθελαν μόνο τα παιδιά να μη νιώσουν ξένα, να μπορέσουν να πάνε σχολείο, να προκόψουν, να μιλήσουν τη γλώσσα του τόπου , του καινούριου τόπου που έπρεπε πια να γίνει πατρίδα.
Κι έτσι, λίγο λίγο, η ουρούμικη υποχώρησε. Σαν φλόγα που σιγοσβήνει. Τη μιλούσαν μόνο μεταξύ τους, όταν ήθελαν να γελάσουν για κάτι παλιό, όταν ήθελαν να ψιθυρίσουν πράγματα που δεν έπρεπε να καταλάβουν οι άλλοι, όταν ήθελαν να θυμηθούν. Και μετά … ούτε κι αυτό.
Η γλώσσα χάθηκε όπως χάνονται οι εποχές. Ήσυχα. Χωρίς φωνές, χωρίς τελετές. Χάθηκε μέσα στη σιωπή των ανθρώπων που αγαπούσαν περισσότερο τα παιδιά τους από την ίδια τους τη μνήμη. Χάθηκε για το χατίρι της επόμενης γενιάς. Για να μη δυσκολευτεί, για να έχει μια θέση σε τούτη τη γη.
Και είναι λυπηρό. Γιατί κάθε γλώσσα που χάνεται, είναι ένας κόσμος που σβήνει. Μια όψη της ψυχής που παύει να έχει λέξεις. Σήμερα, κάποιοι απόγονοι ,εγγόνια, δισέγγονα, ξέρουν ακόμα λίγες λέξεις. Σκόρπιεςω, ξεκομμένες από συμφραζόμενα. Τις λένε για αστείο, τις ψιθυρίζουν σε γιορτές, τις ακούν και δακρύζουν χωρίς να ξέρουν γιατί. Σιωπηλή ήταν η θυσία στο Μαυρονέρι ,των πρώτων προσφύγων .
Και αύριο; Αύριο μπορεί να μην τις θυμάται κανείς.
Όμως εκείνη η φωνή ,της γιαγιάς Μαιρούλας , της μάνας που τραγουδούσε στην ουρούμικη, του παππού που ψιθύριζε ένα ανέκδοτο, ίσως ζει ακόμα, όχι σαν γλώσσα πια, αλλά σαν απόηχος. Σαν ανάσα που πλανιέται μέσα στους πέτρινους τοίχους του παλιού σπιτιού, ανάμεσα στις μουριές του Μαυρονερίου, πίσω απ’ το βλέμμα κάποιου παιδιού που προσπαθεί να προφέρει ξανά μια λέξη που δεν ανήκει πια σε καμιά γλώσσα, αλλά σε μια μνήμη που ζητά να μην ξεχαστεί.