Η Ελένη του Κότου . 

Η Ελένη του Κότου . 

Στα χρόνια τα παλιά, τότε που η αρρώστια δεν πήγαινε στο γιατρό αλλά στη γιαγιά, υπήρχε στο χωριό μια γυναίκα που ήξερε να διαβάζει τη “μούτσα” ή  όπως αλλιώς την έλεγαν, τον “ορνιθόκολο”. Ήταν ένα είδος εκζέματος που έβγαινε σε παιδιά και μεγάλους, κοκκίνιζε το δέρμα, ξεφλούδιζε, έκαιγε, έτσουζε και δεν έφευγε εύκολα. 

Η Ελένη η Παπαδόπουλου , του Κότου , έτσι την φώναζαν , ήταν η γιατρειά του κόσμου. Το διάβασμα το ήξερε απ’ τη γιαγιά της, που το είχε μάθει από τη δικιά της γιαγιά, κι έτσι πήγαινε η τέχνη από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, σαν μυστικό που μόνο οι γυναίκες κράταγαν. 

Καθόταν ο άρρωστος μπροστά της, του έπλενε το χέρι ή το πρόσωπο με καθαρό νερό, κι έλεγε λόγια χαμηλόφωνα, λόγια που δεν τα μαρτυρούσε ποτέ ,ούτε στα παιδιά της. «Μόνο άμα το ’χεις μέσα σου, πιάνει», έλεγε. Έκανε το σταυρό, φύσαγε τρεις φορές, κι ύστερα άλειφε την πληγή με μια αλοιφή που έφτιαχνε μοναχή της,  βούτυρο από πρόβειο γάλα, ανακατωμένο με λίγη στάχτη από λιβάνι ή με βότανο του βουνού. 

Κι έφευγε ο πόνος. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που έρχονταν από μακρινά χωριά, άλλοι από το Κιλκίς, άλλοι από τα Σέρρας, ακόμα κι από πέρα απ’ τον Αξιό. «Η Ελένη να σε δει», έλεγαν. Κι εκείνη δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα .  

Κι έτσι, μέσα σε κόσμους δύσκολους, χωρίς φάρμακα, χωρίς ασφάλειες και γιατρούς, υπήρχαν άνθρωποι σαν την Ελένη του Κότου, που κράταγαν το φως της γιατρειάς στα χέρια τους κι όχι μόνο το φως, μα και τη μνήμη του κόσμου. 

Έλεγαν πως το χάρισμα το είχε από τη γιαγιά της, πρόσφυγα από τον Καύκασο  εκεί που τα διάβαζαν όλα και το μάτι και τη γαραγούρα  και το φαρμάκι. Ήταν από οικογένεια που είχε περάσει φωτιές και ξεριζωμούς κι ίσως αυτό να ’ταν το μυστικό, ότι η προσευχή της είχε μέσα της πόνο, ρίζα και συγχώρεση. 

Στο χωριό τη θυμούνται ακόμα. «Η Ελένη που διάβαζε», λένε. Κι όσοι την είδαν με τα μάτια τους να σταυρώνει και να γιατρεύει, σου το λένε χαμηλόφωνα, σχεδόν με ευλάβεια,  σαν κάτι που δεν λέγεται εύκολα στους καιρούς τους σημερινούς. 

Ένα καλοκαίρι, μέσα Ιούλη, ήρθε στη Ελένη η Ρηνιώ από τον Άγιο Πέτρο. Είχε το μωρό της, το Δημητράκη, στην αγκαλιά δυο χρονών, με τα μαγουλάκια του κατακόκκινα και το σαγόνι του γεμάτο πληγές. 

«Λένε πως είναι η μούτσα. Δεν τρώει, δεν κοιμάται. Και  έβαλα πολλά βότανα ,  τίποτα». 

Η Ελένη δεν είπε πολλά. Έβγαλε ένα λευκό πανί σκέπασε το μωρό απαλό-απαλό, και το πήρε στην αγκαλιά της. Το χάιδεψε με το δεξί της χέρι στο μέτωπο και μουρμούρισε κάτι που δεν καταλάβαινες , λόγια παλιά, σπασμένα σαν ψαλμός. Έπειτα άλειψε τα σαγόνια του μικρού με τη δική της αλοιφή, απαλά, με περισσή προσοχή. 

Το παιδί ηρέμησε. Και μέσα σε δυο μέρες, τα σημάδια είχαν μαλακώσει. Σε μια βδομάδα, είχαν φύγει. Η Ρηνιώ γύρισε με ένα πεσκέσι μια κουλούρα ψωμί, ένα πιάτο τραχανά και τρία αβγά φρέσκα.  

Άλλη φορά, χειμώνα βαρύ, ήρθε στο κατώφλι της ένας άντρας από την Πλαγιά . Ψηλός, με παλτό μέχρι τα γόνατα και χιόνι στις μπότες. Η γυναίκα του είχε βγάλει κάτι «κακά» στο πίσω μέρος του λαιμού, που ούτε γιατρός δεν ήξερε τι ήταν. 

«Τη διάβασες μια φορά και έπεσε η κοκκινίλα. Τη διάβασες δεύτερη και σταμάτησε η φαγούρα. Τώρα, τρίτη  φορά να αγιάσουν τα χέρια σου . 

«Η πίστη θεραπεύει. Είπε ήσυχα. 

Κι έτσι, μέσα σε κόσμους δύσκολους, χωρίς φάρμακα, χωρίς ασφάλειες και γιατρούς, υπήρχαν άνθρωποι σαν την Ελένη του Κότου, που κράταγαν το φως της γιατρειάς στα χέρια τους κι όχι μόνο το φως, μα και τη μνήμη του κόσμου. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή