Η Επανένωση στο Μαυρονέρι . Ξανά στον Ίδιο Κύκλο .  

Η Επανένωση στο Μαυρονέρι . Ξανά στον Ίδιο Κύκλο .  

 Ο Εμφύλιος δεν ήταν μόνο τραύμα εθνικό. Στα χωριά σαν το Μαυρονέρι, ήταν ρήγμα βαθύ, προσωπικό, οικογενειακό. Γείτονες που θερίζανε μαζί, πια δε μιλιόντουσαν. Κι όμως, μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, κάποιοι κράτησαν τις ισορροπίες, το ανθρώπινο. 

Στο Μαυρονέρι, τα πρώτα σύννεφα του Εμφυλίου μαζεύτηκαν χαμηλά, πίσω από τα δέντρα, πίσω από τα μάτια. Δεν φάνηκαν απότομα.  Ήρθαν σιγά, όπως έρχεται το αγιάζι πριν ξημερώσει.  Πρώτα η ανησυχία, μετά η καχυποψία, μετά οι ψίθυροι, μετά η σιωπή. 

Ο Λουκάς ήταν από τους πρώτους που χάθηκαν. Έφυγε ένα βράδυ, χωρίς λόγια, με το όνομά του να τριγυρνά σε στόματα χωρίς τόνο: «τον πιάσαν;», «τον σκότωσαν;», «ήταν στο  βουνό;». Η Όλγα  του έμεινε μονάχη, να ανατρέφει παιδιά χωρίς απαντήσεις. 

Στο καφενείο δεν μιλούσαν πια για σοδειές, μα για ποιος έλειψε, ποιος άλλαξε, ποιος κοιτάει περίεργα. Κάποιος  δεν ξαναπήγε στο πανηγύρι , είχε αδελφό που φάνηκε στη λίστα των χαμένων ,   δεν τον ξαναείδε. 

Μερικοί  κράτησαν το μέτωπο χαμηλά. Η γιαγιά Μαρία, γριά πια,  έλεγε: 

– Μην πεις κουβέντα, η γη ακούει. 

Κι η γη πράγματι άκουγε , κρατούσε μέσα της σώματα, ψίθυρους, φωνές που δε θα ειπωθούν ποτέ ξανά. 

Κάποτε, έπεσαν πυροβολισμοί στο ρέμα του Λαζούτ τερέ . Τη νύχτα. Δεν πήγε κανείς να δει. Μόνο το πρωί, βρέθηκε ένα παπούτσι, μια κάπα, και το χώμα ανακατεμένο με αίμα και φύλλα. 

Όμως, κάποιοι,  λίγοι , στάθηκαν στη μέση. Ένας ψύχραιμος  περνούσε ανάμεσα σε σπίτια χωρίς να γυρνά πλευρά. Έλεγε μόνο: 

– Το χωριό δε θα χωριστεί.  Μη γκρεμίζετε ό,τι κάναμε με τον ιδρώτα μας. 

Σιγά-σιγά, τελείωσε. Όχι γιατί συμφιλιώθηκαν. Αλλά γιατί κουράστηκαν να μισιούνται. Κι ήρθαν πάλι θερισμοί. Ήρθαν γάμοι, ήρθαν ξενιτεμοί. Όμως οι πληγές έμειναν. Δεν φαινόντουσαν πάντα  ,αλλά όταν συναντιούνταν ξανά στα πανηγύρια, στα μνημόσυνα, στα βαφτίσια, κάτι έλειπε από το βλέμμα. Ήταν η εποχή που δεν κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. 

Κάποια τραύματα δεν κάνουν θόρυβο. Σαν τις ρωγμές στη ρίζα του τοίχου, μένουν σιωπηλά, μα αλλάζουν για πάντα το σπίτι. Έτσι κι ο Εμφύλιος στα χωριά μας: δεν τέλειωσε με συνθήκες, αλλά με κούραση. Δεν ξεχάστηκε, μα έμαθε να σωπαίνει. Ήταν μια σιωπή βαριά, όχι συμφιλιωμένη, αλλά αναγκασμένη. Όσοι μίλησαν, το έκαναν χαμηλόφωνα. Οι υπόλοιποι, το κράτησαν μέσα τους. Σαν τύψεις που δεν ήξεραν αν ήταν δικές τους. 

Κι όμως, χάρη σ’ εκείνους που δεν έβαλαν φωτιά, δεν πήραν θέση, δεν έδειξαν, δεν γύρισαν την πλάτη ,το χωριό στάθηκε όρθιο. Σώθηκε.  Όχι ίδιο. Μα σώθηκε. 

Και τώρα, στα πανηγύρια και στα μνημόσυνα, εκεί που ανταμώνουν οι γενιές, κάποτε ανταμώνει κι εκείνη η εποχή. Όχι με ονόματα. Με βλέμματα. Με εκείνη τη μικρή παύση πριν σηκωθεί το ποτήρι. Γιατί όλοι θυμούνται – κι ας μη λένε. Ήταν η εποχή που δεν κοιτάχτηκαν. 

Ο Εμφύλιος πέρασε, μα δεν έσβησε. Άφησε σκιά στους τοίχους, στις αυλές, στα μάτια. Κι όμως, το χωριό δεν έμεινε σπασμένο. Όχι επειδή ξέχασαν. Αλλά επειδή, κάποια στιγμή, χωρίς λόγια, επέλεξαν να συνεχίσουν μαζί. 

Δεν ειπώθηκαν συγγνώμες. Δεν έγιναν εξηγήσεις. Μα ήρθαν τα παιδιά. Ήρθαν οι γάμοι, τα βαφτίσια, οι κοινές σπορές και οι  θερισμοί. Και σιγά-σιγά, στα ίδια καφενεία, ξανακούστηκαν τα ονόματα χωρίς φόβο. Στο πανηγύρι, χόρεψαν πάλι στον ίδιο κύκλο. Ίσως όχι δίπλα, αλλά κοντά. Αρκετά κοντά. 

Δεν επουλώθηκαν όλα. Αλλά βρήκαν τρόπο να σταθούν πάλι ο ένας κοντά στον άλλο. Και αυτό, ίσως, είναι πιο μεγάλο κι από τη συμφιλίωση.  Να ενώνονται οι άνθρωποι, χωρίς να το πουν. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή