Η Ζωή που Έμεινε Πίσω στο Μαυρονέρι  

Η Ζωή που Έμεινε Πίσω στο Μαυρονέρι  

Κάθε φορά που κλείνω τα μάτια, ο νους μου γυρίζει πίσω στο χωριό μου , το Μαυρονέρι . Εκεί που τα  καλοκαιρινά απόβραδα  μοσχοβολούσαν βασιλικό και νυχτολούλουδο.  Θυμάμαι τις μέρες που ξυπνούσαμε με τον πρώτο κόκορα, όταν το φως της αυγής έλουζε τα χωράφια και το χωριό άρχιζε να ζωντανεύει. 

Ο χειμώνας έφτανε πάντα με την πρώτη μυρωδιά καμένου ξύλου που ανέβαινε από τις καμινάδες. Τα πρωινά ήταν παγωμένα κι ο αέρας κουβαλούσε τη μυρωδιά της γης. Οι γυναίκες έστρωναν τα χοντρά υφαντά  στα σπίτια . Όταν όμως ερχόταν η άνοιξη, το χωριό ζωντάνευε ξανά. Οι αμυγδαλιές άνθιζαν, τα χωράφια πρασίνιζαν κι οι μέλισσες βούιζαν γύρω από τα πρώτα άνθη. Ήταν σαν η φύση να ξαναγεννιόταν μαζί μας. 

Στα καφενεία του χωριού οι παππούδες  κουβέντιαζαν  για τα νέα της ημέρας. Η φωνή του καφετζή αντηχούσε από το καφενείο:      “Έτοιμος ο ελληνικός σου, κύριε Μήτσο” Κι εμείς, τα παιδιά τρέχαμε στα λιβάδια  και παίζαμε μέχρι να σβήσει ο ήλιος πίσω από το βουνό. 

 Οι γιαγιάδες έπλαθαν ψωμιά και οι ιστορίες γύρω από τις σόμπες με τα “κουσκούρια” τις κρύες νύχτες του χειμώνα ζέσταιναν τις ψυχές μας.  

Θυμάμαι τις γειτονιές του χωριού μας, γεμάτες ζωή, γεμάτες φωνές. Στους δρόμους περπατούσες και άκουγες τα πάντα. Τον  ήχο του νερού που κυλούσε από τη βρύση, τα γέλια των παιδιών που έπαιζαν με αυτοσχέδιες μπάλες, τα κουδούνια των κατσικιών που επέστρεφαν από τα λιβάδια. Τα σπίτια ήταν πάντα ανοιχτά, οι αυλές γεμάτες λουλούδια και μυρωδιές από μαγειρέματα που σε καλούσαν να περάσεις. 

Η κυρά – Μαιρούλα έβγαινε κάθε απόγευμα στο κατώφλι της, με την ποδιά γεμάτη ματσάκια από βασιλικό και δυόσμο, για να τα μοιράσει στις γειτόνισσες. Ο μπάρμπα- Λάζος  καθόταν στη γωνία της γειτονιάς, σκαλίζοντας το μπαστούνι του, ενώ ο κόσμος που περνούσε σταματούσε να τον χαιρετήσει ή να του πει τα νέα. 

Οι δρόμοι ποτέ δεν ήταν άδειοι. Τα παιδιά έτρεχαν σκαρφαλώνοντας σε δέντρα ή κυνηγώντας πεταλούδες. Οι γυναίκες έπλεναν χαλιά  ή κάθονταν στις αυλές, κεντώντας και κουβεντιάζοντας. Κι όταν ο ήλιος έπεφτε, οι άντρες μαζεύονταν στο καφενείο για ένα τσίπουρο και λίγη κουβέντα για τα χωράφια και τα ζωντανά. 

Αλλά το πιο μαγικό ήταν τα σπίτια. Ήταν πάντα ανοιχτά και  οι πόρτες δεν κλειδώνονταν ποτέ. Έμπαινες σε κάθε αυλή χωρίς δισταγμό, κι ένα “Καλώς τον!” σε υποδεχόταν. Η γιαγιά έβγαζε ένα κομμάτι πιροσκί ή σε κέρναγε καφέ. Ήξερες πως σε κάθε σπίτι ήσουν καλοδεχούμενος, γιατί τότε το χωριό δεν ήταν απλά ένας τόπος, ήταν μια μεγάλη οικογένεια. Ο ήχος της βρύσης, το γέλιο των παιδιών, οι φωνές των μανάδων που καλούσαν για φαγητό όλα αυτά ήταν η μουσική της γειτονιάς μας. Κι όμως, τώρα, αυτή η μουσική έχει σωπάσει. Η βρύση δεν τρέχει πια, τα παιδιά δεν γελούν, οι αυλές μένουν άδειες. Η σιωπή του χωριού δεν είναι μόνο απουσία ήχων. Είναι σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος, σαν οι αναμνήσεις να έχουν εγκλωβιστεί μέσα στα παλιά σπίτια. 

Σήμερα, οι δρόμοι είναι άδειοι. Οι γειτονιές σιωπηλές. Τα παιδιά δεν παίζουν πια  στα σοκάκια κι οι πόρτες μένουν κλειστές. Τώρα, χρόνια μετά, κάθε τι μου φαίνεται σαν όνειρο. Οι γέροντες που κάποτε  τριγυρνούσαν στις γειτονιές ,δεν υπάρχουν πια. Τα δέντρα  στέκουν  ακόμα, αλλά η πλατεία μοιάζει πιο άδεια. Οι φωνές των παιδιών σιώπησαν. Όμως η καρδιά μου επιστρέφει πάντα εκεί, στα παλιά σοκάκια και στα χαμόγελα που ζεσταίνουν την ψυχή μου. Κάθε φορά που περπατώ εκεί, νιώθω ότι η σιωπή αυτή μιλά. Κάθε πέτρα στον δρόμο μου θυμίζει το παρελθόν. Η καρδιά μου γεμίζει από αγάπη και μια γλυκιά μελαγχολία. Ξέρω πως, παρόλο που τα πρόσωπα έχουν φύγει, το Μαυρονέρι παραμένει ζωντανό μέσα μου. Είναι οι μυρωδιές, τα χρώματα, οι ιστορίες που δε θα ξεχάσω ποτέ. Και κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου, γυρίζω εκεί. Γυρίζω στο σπίτι μου. Τώρα, όταν περπατώ στους δρόμους του Μαυρονερίου, ακούω μόνο τον άνεμο που περνά μέσα από τα ξερά κλαδιά και το κελάηδημα κάποιου μοναχικού πουλιού. Τα σπίτια, που κάποτε έμοιαζαν να ανασαίνουν από τη ζωή, είναι τώρα σιωπηλά. Οι τοίχοι ξεθωριασμένοι, τα κεραμίδια σπασμένα, σαν να θρηνούν κι αυτά για τους ανθρώπους που έφυγαν.  

 Κάθε φορά που περπατώ σε αυτά τα σοκάκια, ακούω ακόμα τις παλιές φωνές. Βλέπω τις σκιές των ανθρώπων που κάποτε ζούσαν εκεί και νιώθω την καρδιά μου να γεμίζει με την ίδια ζεστασιά. Οι γειτονιές αυτές μπορεί να έχουν αλλάξει, αλλά οι αναμνήσεις μένουν ζωντανές, σαν ένα τραγούδι που ποτέ δεν ξεχνιέται .Η ζωή στο χωριό δεν ήταν απλά καθημερινότητα. Ήταν το μέρος όπου έμαθα να αγαπώ, να ανήκω, να αναγνωρίζω την αξία του απλού. Τώρα, κάθε φορά που επιστρέφω, αισθάνομαι ένα κενό ,αλλά ταυτόχρονα μια παράξενη παρηγοριά. Το Μαυρονέρι είναι ο τόπος που με έπλασε και μέσα μου ξέρω ότι, όσο ζω, θα κουβαλώ μαζί μου κάθε πέτρα, κάθε γωνιά, κάθε ανάμνηση.” 

Το χωριό μου δεν ήταν μόνο τόπος ,  ήταν τρόπος ζωής. Ήταν οι στιγμές που με έκαναν να νιώσω πως ανήκω κάπου. Και τώρα, ακόμα κι αν έχουν φύγει όλοι οι αγαπημένοι,   κι αν έχω φύγει κι εγώ μακριά του , εκείνο το μικρό κομμάτι του εαυτού μου, θα ζει πάντα εκεί . 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή