Η Ζωή στο Μαυρονέρι

Η Ζωή στο Μαυρονέρι  

Μόλις ξημέρωνε η μέρα στο Μαυρονέρι ξυπνούσαμε από τους ήχους γύρω μας και τρέχαμε στην αυλή . Η αυλή ήταν ένας μικρός  παράδεισος, γεμάτος χρώματα και μυρωδιές. Τα λουλούδια στις γλάστρες είχαν φουντώσει , τα δέντρα στέκονταν επιβλητικά . Στην μεγάλη καρυδιά  η κούνια που είχε φτιάξει ο παππούς κρεμόταν ήρεμα στον αέρα .  Πεταλούδες και μέλισσες πετούσαν αδιάκοπα  φέρνοντας ζωή και κίνηση .  

Ο κόσμος γύρω μας  ξεχύνονταν  σαν  καμβάς ζωγραφικής. Τα βουνά , σαν ακοίμητοι φρουροί ,στέκονταν αγέρωχα  και χωράφια  αγκάλιαζαν το χωριό μας . Η μυρωδιά της γης και του φρεσκοκομμένου  χόρτου μας γεμίζανε  τα πνευμόνια μας . Τα πρόβατα βέλαζαν , οι κότες τίναζαν τα φτερά τους και ο σκύλος έτρεχε χαρούμενος προς το μέρος μας . Οι αγελάδες έτρεχαν προς το ρέμα ,  σαν να τις κυνηγούσε κάποιος . Η αρχηγός, μια γεροδεμένη με ασπρόμαυρες βούλες, έδειχνε τον δρόμο . Τα μικρά μοσχαράκια έμεναν πίσω  στον στάβλο περιμένοντας τις μανάδες τους .  

 Τα πρόβατα ακολουθούσαν  τον τσομπάνο για τη βοσκή και τα μικρά αρνάκια  πηδούσαν  γύρω  τους ,παιχνιδιάρικα . Οι κουδούνες  από τα μεγαλύτερα πρόβατα χτυπούσαν ρυθμικά ενώ τα ” μπεε”  τους ακούγονταν σαν μια άναρχη συζήτηση. 

Τα άλογα  δύο ,ένα μαύρο και ένα καφέ, τραβούσαν το κάρο στον χωματόδρομο. Είχαν δεθεί  με τον  ίδιο ζυγό ,λες και είχαν γεννηθεί για να συνεργάζονται .Στο κάρο, φορτωμένα τσουβάλια με σιτάρι , ήταν  το αποτέλεσμα του μόχθου μιας ολόκληρης χρονιάς .  

Με το πρώτο χάραγμα οι νοικοκυρές  ξυπνούσαν γεμάτες ενέργεια. Η θεία  Κωνσταντίνα  τίναζε το  χαλί της ,η θεία Όλγα   άπλωνε την μπουγάδα της , η Βασιλική πότιζε τα λουλούδια της, η θεία Τασούλα έπλενε τα μπαλκόνια της και η θεία Μαιρούλα έστρωνε τα μαλλιά για τα παπλώματα .  

Από τις καμινάδες άρχισαν να ξεχύνονται  οι μυρωδιές του φαγητού. Το άρωμα της φασολάδας από την θεία Μαιρούλα   ανακατευόταν με το άρωμα από τα γιουβαρλάκια της θείας Τασούλας . Στην γέρικη μουριά, κάτω από τον ίσκιο της η θεία Μαιρούλα έστρωνε το τραπέζι με πιροσκί , φρέσκο ψωμί , ελιές ,τυρί  και τους καλούσε  όλους . Κάθε μπουκιά είχε την γεύση του μόχθου και κάθε γουλιά από το  νερό ήταν δροσιά για την ψυχή .  Ζούσαμε τα πάντα γύρω από τη φύση ,βλέπαμε τα ζώα να γεννιούνται, πως τα αρνάκια και τα μοσχαράκια άρχιζαν τα πρώτα τους βήματα στο στάβλο . Πώς αρμέγονταν οι αγελάδες και τα πρόβατα και πως οι  νοικοκυρές έφτιαχναν το τυρί , χρησιμοποιώντας παλιές συνταγές που είχαν μάθει από τους παλιούς .  

Τρέχαμε στις  άλλες γειτονιές για να συναντήσουμε τους φίλους μας . Περνούσαμε από τα καφενεία και βλέπαμε τους γέροντες να μιλούν  για παλιούς  καιρούς. Κάθε λέξη από το στόμα τους ήταν ένα κομμάτι του κόσμου,  που κληρονομήσαμε . 

Στις αλάνες παίζαμε πολλά παιχνίδια και  η φαντασία μας έπλαθε κόσμους ολόκληρους . Παίξαμε κυνηγητό  με τα πόδια μας να σηκώνουν σκόνη , κρυφτό και τα  γέλια μας αντηχούσαν παντού, γεμίζοντας  τον τόπο . Ανάμεσα στις κουβέντες και στα τραγούδια των παλαιών,  μας διηγούνταν τις ιστορίες τους, εκείνες που κουβαλούσαν από την πατρίδα που άφησαν πίσω τους. Μιλούσαν για βουνά και κάμπους , για γλέντια κάτω από παλιές μουριές και για ανθρώπους που δεν ήταν πια κοντά τους . Και μετά ,σαν από μαγεία, η ιστορία γινόταν τραγούδι . Το κλαρίνο , η λύρα και το νταούλι  έπαιρναν την σκυτάλη και τα λόγια έβγαιναν μέσα από μελωδίες .  

Οι βραδιές στα γλέντια , στους γάμους και στα πανηγύρια του χωριού ήταν γεμάτες από φωνές , μουσικές και μυρωδιές .  Ζήσαμε όλα τα έθιμά τους , χορέψαμε στους κύκλους τους, μάθαμε τα βήματα των χορών που περνούσαν από γενιά σε γενιά, ακολουθώντας το ρυθμό  των μουσικών οργάνων .  

Τα Χριστούγεννα ψάλλαμε τα κάλαντα σε κάθε σπίτι  με την ζεστασιά των φαναριών να φωτίζει το χιόνι  και με το Μαυρονέρι να φωτίζεται από τα χαμόγελα  και τις ευχές . Ζήσαμε το Πάσχα, πηγαίνοντας στην εκκλησία για την Ανάσταση και στρώνοντας το τραπέζι της αγάπης . 

 Με τους  προγόνους μας ζήσαμε τις πιο δυνατές στιγμές . Στις βαριές τους στιγμές ,στα μοιρολόγια στα μνημόσυνα , μοιραστήκαμε τη θλίψη τους . Αλλά μέσα από τις παραδόσεις είδαμε την δύναμη της κοινότητας, της πίστης και της μνήμης .Ακούσαμε τις ευχές τους ,τις παλιές. γεμάτες σοφία και πίστη, λόγια που ένωναν το παρελθόν με το παρόν .  Είδαμε πως κρατούσαν τη ζωή δεμένη με τις ρίζες τους κι εμείς κομμάτι αυτού του χωριού ,γίναμε μέρος αυτής της αλυσίδας. 

Ακούγαμε τις ιστορίες τους με σεβασμό ,τα τραγούδια τους με λαχτάρα και, ξέραμε , πως τα γλέντια τους δεν ήταν μόνο για διασκέδαση . Ήταν  ο τρόπος τους να θυμούνται , να διδάσκουν και να μας δίνουν έναν θησαυρό που δεν έπρεπε να χαθεί.  

Από τα σπίτια οι μαμάδες μας φώναζαν:  

_” Άντε παιδιά νύχτωσε, πέρασε η βραδιά, μαζευτείτε ! ” Μα εμείς δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε . Τα γέλια  μας ήταν η γλώσσα μας ,η χαρά μας , το δικό μας τραγούδι που αντηχούσε σε κάθε δρόμο και αυλή. Και όταν ο ήλιος έγερνε το παιγνίδι δεν σταματούσε . Μόνο αργά  μαζευόμασταν στο σπίτι. Κοιμόμασταν με την υπόσχεση της αυριανής μέρας , μιας μέρας γεμάτης από φύση , παιγνίδι και όνειρα.  Με αυτές τις εικόνες και τις σκέψεις μεγαλώναμε , δεμένοι με τον κόσμο που μας γέννησε .  

Το Μαυρονέρι δεν ήταν απλώς ένα χωριό . Ήταν ένα βιβλίο γεμάτο ζωή, που το ξεφύλλιζε κάθε γενιά με αγάπη και περηφάνια.  

Ήταν οι άνθρωποί του ,οι φωνές και οι πράξεις τους , που μας έκαναν κομμάτι ενός ζωντανού κόσμου , που κρατούσε τις ρίζες του βαθιά στη γη και τις ψυχές όλων . 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή