Λαϊκές Διηγήσεις του Μαυρονερίου. Η Καμήλα και ο Χρόνος
Ήταν ένα μικρό χωριό στην Πατρίδα , χαμένο ανάμεσα σε λόφους και ξερά χωράφια. Οι μέρες κυλούσαν αργά, γεμάτες από τη μυρωδιά της γης και τον ήχο της καθημερινότητας. Ένα απόγευμα, στο λιθόστρωτο καλντερίμι, ένας ντεβετζής πέρασε φωνάζοντας: «Καμήλες πουλώ. Καμήλες» Οι χωριανοί βγήκαν στις αυλές τους, τα παιδιά έτρεξαν με ενθουσιασμό και τα βλέμματα όλων καρφώθηκαν στα επιβλητικά ζώα που περπατούσαν με αργό, βαρύ βήμα.
Ο Ευθύμης κοίταξε τις καμήλες με θαυμασμό. «Πατέρα, πάρε μου μία» είπε με μάτια που γυάλιζαν από ενθουσιασμό. Ο πατέρας τον κοίταξε με ένα μείγμα αγάπης και λύπης. «Πόσο κάνουν;» ρώτησε τον καμηλιέρη.
«Δέκα λίρες η μία», απάντησε εκείνος.
Ο πατέρας κατέβασε το βλέμμα. «Δεν μπορώ, παιδί μου. Δεν έχω δέκα λίρες.»
Ο Ευθύμης κατσούφιασε, αλλά δεν είπε τίποτα. Καταλάβαινε την οικονομική στενότητα της οικογένειας. Όμως, η εικόνα της καμήλας δεν έφευγε από το μυαλό του.
Πέρασαν μήνες και το χωριό συνέχισε τη ρουτίνα του και ο Ευθύμης μεγάλωνε, αλλά δεν ξέχασε ποτέ εκείνη την καμήλα. Μια μέρα, ο ίδιος καμηλιέρης εμφανίστηκε πάλι στο χωριό, φωνάζοντας: «Καμήλες πουλώ. Καμήλες»
Ο Ευθύμης έτρεξε προς τον πατέρα του, γεμάτος έκπληξη και περιέργεια. «Πατέρα, τώρα μπορείς να μου πάρεις μία;»
Ο πατέρας πλησίασε τον καμηλιέρη. «Πόσο κάνουν οι καμήλες;»
«Τριάντα λίρες η μία», απάντησε εκείνος με σιγουριά.
Ο Ευθύμης ξαφνιάστηκε.«Πατέρα, είναι πολύ πιο ακριβές τώρα. Πώς μπορείς να μου την πάρεις τώρα, ενώ τότε, που ήταν φθηνότερες, δεν μπορούσες;»
Ο πατέρας χαμογέλασε και έβαλε το χέρι του στον ώμο του γιου του. «Παιδί μου, τότε δεν είχα ούτε τις δέκα λίρες. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, ακόμα κι αν η τιμή ήταν χαμηλή. Τώρα, όμως, έχω τη δυνατότητα να σου την πάρω, ό,τι κι αν κοστίζει. Δεν είναι η τιμή που μετράει, αλλά η στιγμή. Τώρα μπορώ να σου δώσω αυτό που θέλεις και για μένα αυτό έχει μεγαλύτερη αξία από το κόστος της καμήλας.»
Αυτή η ιστορία κρύβει έναν βαθύ συμβολισμό για τη ζωή και την έννοια της κατάλληλης στιγμής.
Ο πατέρας δεν αρνήθηκε την καμήλα επειδή δεν ήθελε να ικανοποιήσει τον γιο του. Απλώς τότε δεν είχε τα μέσα, ακόμα κι αν η τιμή ήταν χαμηλότερη. Η ζωή είναι γεμάτη τέτοιες στιγμές, κάποτε μπορεί να θέλουμε κάτι πολύ, αλλά να μην μπορούμε να το αποκτήσουμε. Όταν όμως έρθει η ώρα και είμαστε σε θέση να το κάνουμε, το κόστος δεν έχει σημασία. Αυτό που μετράει είναι η πράξη, η προσφορά και η αγάπη που δείχνουμε στους γύρω μας.
Η καμήλα συμβολίζει τις επιθυμίες, τα όνειρα ή τις ανάγκες που συχνά έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Ο πατέρας, με τη σοφία του, δείχνει πως ο χρόνος και οι συνθήκες διαμορφώνουν το πότε και το πώς μπορούμε να προσφέρουμε. Δεν είναι η τιμή, αλλά η δυνατότητα της στιγμής που δίνει αξία σε μια πράξη.
Έτσι, η ιστορία αυτή μας υπενθυμίζει να έχουμε υπομονή, να σεβόμαστε τους περιορισμούς της ζωής, αλλά και να αναγνωρίζουμε τη σημασία του «τώρα» όταν μας δίνεται η ευκαιρία.
Αυτή την ιστορία μου την διηγήθηκε το έτος 1987 η γιαγιά μου, η Χριστίνα Θεοδωρίδου(19010-1996) στο Μαυρονέρι. Θυμάμαι το πρόσωπό της φωτισμένο από το φως της σόμπας , τα λόγια της να ζεσταίνουν την ψυχή μας. Ήταν ένας τρόπος να μας διδάξει κάτι βαθύτερο για τη ζωή και το νόημά της.