Η Κουμπαριά στο Μαυρονέρι και το Βάρος της Τιμής
Ο γάμος του Άβελ και της Νίνας έγινε στο Μαυρονέρι,στο χωριό που κρατούσε γερά τα ήθη και τις παραδόσεις του. Οι κουμπαριές εκεί ήταν δεσμά ψυχής, ιερά και ασύγκριτα με κάθε άλλη φιλία ή συγγένεια. Ήταν όρκος άγραφης πίστης, πιο δυνατός κι από αίμα.
Κουμπάρος του ζευγαριού ήταν ο Αντώνης ο Γαβριηλίδης, λεβέντης, μετρημένος και περήφανος άνθρωπος. Ο νουνός της νύφης, η πνευματική της ρίζα, ήταν ο Παντελής ο Ασλιχανίδης, φίλος και σύντροφος της οικογένειας στα δύσκολα χρόνια του ξεριζωμού και της προσφυγιάς.
Μετά τη στέψη στον ιερό ναό του Αγίου Χαραλάμπους , η πομπή οδήγησε τη νύφη και τον γαμπρό στο πατρικό σπίτι του Άβελ. Εκεί, θα ζούσαν μαζί με τα αδέλφια του και τις οικογένειές τους. Η μητέρα του γαμπρού, η Μαρία, χήρα από χρόνια, είχε κρατήσει ενωμένη την οικογένεια μετά τον πρόωρο χαμό του άντρα της, του Νικόλα. Στο πρόσωπό της καθρεφτιζόταν η περηφάνια της χήρας που πάλεψε με αξιοπρέπεια να σταθεί όρθια.
Ωστόσο, ο πατέρας της νύφης, ο Θεόδωρος, δεν ενέκρινε αυτόν τον γάμο. Άνθρωπος τραχύς και αλύγιστος, δεν ήθελε το παιδί του να ζήσει σε ξένο σπίτι, να συνυπάρχει με άλλες οικογένειες υπό την ίδια στέγη. Πήγε μονάχα στη στέψη, χωρίς να χαιρετίσει κανέναν, και αμέσως μετά αποχώρησε σιωπηλά. Συμφώνησε με τον νουνό της κόρης του να μην εμφανιστούν στο γλέντι και στη «σατσού» , το έθιμο του χαρίσματος των δώρων των συγγενών.
Όταν έφτασε η νύφη στο πατρικό του Άβελ, στην είσοδο του σπιτιού την περίμενε η πεθερά της. Της έδωσε να φάει με το κουταλάκι , γλυκό του κουταλιού.
«Να ‘ναι γλυκές οι μέρες σας», είπε δυνατά, να το ακούσουν όλοι οι παριστάμενοι.
Αμέσως άρχισε το τελετουργικό του δώρισματος, όπου φανερώνονταν τα τιμαλφή και τα ιερά σύμβολα της καινούργιας ζωής.
– «Από την πεθερά της νύφης, το σκέπασμα και η ποδιά!»
– «Από τον κουμπάρο, τον Αντώνη Γαβριηλίδη, η εικόνα της Παναγίας!»
– «Από τον νουνό της νύφης, τον Παντελή τον Ασλιχανίδη, ένα ζευγάρι παπούτσια για την βαφτιστικιά του!»
Το τελευταίο δώρο στάθηκε σαν σπίθα που άναψε ξανά τη φωτιά του θυμού μέσα στον Θεόδωρο. Όταν το έμαθε, έγινε θηρίο.
«Μου γύρισε την πλάτη ο κουμπάρος! Με παρακούει για το χατίρι της πεθεράς;» βρόντηξε και δεν ξαναμίλησε ποτέ στον Παντελή. Η ρήξη ήταν βαθιά. Ο θυμός του ήταν παράπονο και περηφάνια μαζί. Ένιωθε πως είχε χάσει την εξουσία πάνω στο ίδιο του το αίμα.
Ο καιρός πέρασε. Η Νίνα, η κόρη του Θεόδωρου, έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Ήταν αγόρι, όμορφο και γερό, και στο πρόσωπό του ενώνονταν οι δύο οικογένειες. Η γέννησή του έγινε ευκαιρία για να μαλακώσει ο Θεόδωρος.
Ένα πρωινό, χωρίς κουβέντες, χωρίς εξηγήσεις, πήγε στο σπίτι της κόρης του. Πήρε στα χέρια του το μωρό, το κοίταξε στα μάτια και φίλησε απαλά το μέτωπο της Νίνας. Δεν είπε τίποτα. Όμως το βλέμμα του έσταζε συγχώρεση. Ο κόμπος που χρόνια τώρα έσφιγγε την ψυχή του λύθηκε μ’ ένα φιλί και μια σιωπή.
Στη βάφτιση του εγγονού του, έγινε το θαύμα. Ο Θεόδωρος πλησίασε τον παλιό του φίλο και κουμπάρο, τον Παντελή. Δεν αντάλλαξαν πολλά λόγια. Κοιτάχτηκαν μόνο.
Και σ’ εκείνη τη σιωπηλή στιγμή, συμφώνησαν, χωρίς να πουν λέξη, πως ο θυμός μπορεί να σκιάσει τον άνθρωπο, μα το αίμα κι η κουμπαριά, όταν τιμώνται, έχουν τον τρόπο τους να γλυκαίνουν τα βάθη της καρδιάς.
Από τότε όλα άλλαξαν.
Ο Παντελής έμεινε πιστός νονός σ’ όλη του τη ζωή, στα δύσκολα και στα εύκολα.
Ο Θεόδωρος δεν ξανάφερε ποτέ στην κουβέντα τα παλιά. Έβαλε στην άκρη τον θυμό του και στάθηκε παππούς, όχι πατέρας που τιμωρεί.
Έτσι, στο Μαυρονέρι, που η κουμπαριά ήταν πιο ιερή κι από συγγένεια, η τιμή της κρατήθηκε ψηλά, παρά τις σκιές που πλάκωσαν τη χαρά. Από εκείνη την ημέρα, η πόρτα ξανάνοιξε και για τον νουνό και για τη νέα οικογένεια.
Κι όπως λένε ακόμη στο χωριό:
«Όταν η καρδιά χωρά συγχώρεση και το πιο πικρό ριζικό γλυκαίνει».