Η Λάμπα στο Μαυρονέρι
Το μόνο φως της νύχτας, τότε, ήταν το φεγγάρι, βουβό κι ένα ακόμα, πιο ταπεινό, μα εξίσου σπουδαίο, η λάμπα. Μια μικρή φλόγα, μέσα σ’ ένα γυάλινο κορμί, τρεμόπαιζε στο σκοτάδι, σαν να κρατούσε άγρυπνη σκοπιά πάνω από την προσφυγική ζωή. Ήταν φτιαγμένη απλά. Λίγο πετρέλαιο, ένα φυτίλι, κι όμως έδινε φως αρκετό για να ξορκίσει τις σκιές, να μαλακώσει τη νύχτα.
Με τη λάμπα εκείνα τα πρώτα χρόνια στο Μαυρονέρι, τα παιδιά έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα. Καθισμένα γύρω απ’ το τραπέζι ή πάνω στο χώμα, ξεφύλλιζαν τσακισμένα τετράδια, έγραφαν με μικρά μολύβια συλλαβίζοντας τον κόσμο από την αρχή. Οι φωνές των γονιών, λιγοστά διαβασμένοι μα γεμάτοι φροντίδα, έδιναν ζωή στα γράμματα και η λάμπα έστεκε φιλική, ακούραστη, πάνω απ’ το κεφάλι τους.
Οι μανάδες και οι γιαγιάδες την αγαπούσαν αλλιώς. Ήταν το φως τους, η παρέα τους, η σιωπηλή συντρόφισσα στα μακριά νυχτέρια του χειμώνα. Κάτω απ’ το λιγοστό της φως έπλεκαν κάλτσες, μαντίλια, φανέλες και πάνω απ’ όλα, προίκες. Σεντόνια με δαντέλες, κουβέρτες κεντημένες, καρέ με σταυροβελονιές, κάθε βελονιά μια ευχή, κάθε κόμπος μια ανάμνηση απ’ τα παλιά.
Γύρω από το αχνό φως της λάμπας μαζεύτηκαν οι πέντε γυναίκες. Η Χριστίνα του Θεοδωρίδη , η Πελαγία η Ιορδανίδου , η Αλεξάνδρα η Λαΐδου , η Τατιανή η Χρυσοστομίδου και η Ευτυχία του Τερζή κουβεντιάζοντας με χαμηλές φωνές.
Η γιαγιά Χριστίνα μάζευε μαλλί με την ανέμη και έκανε ένα μεγάλο κουβάρι . Η Τατιανή καθόταν δίπλα της και έγνεθε το μαλλί με το ροδάνι.
“Κι αυτό θέλει τέχνη!” είπε η Αλεξάνδρα , που καθάριζε καλαμπόκια προσεκτικά, ρίχνοντας τους σπόρους σε μια γαβάθα.
Η θεία η Πελαγία , ανακάθισε στην καρέκλα και σήκωσε το κεφάλι.
“Σαν σήμερα, θυμάμαι…” ξεκίνησε, κι όλες σώπασαν. «Ήταν τότε που η γιαγιά μου έλεγε ιστορίες από το χωριό μας στην Πατρίδα . Κι είχε πει: ‘Όσο υπάρχει το φως της λάμπας και η κουβέντα, δεν θα σβήσει η μνήμη .
Η Ευτυχία την κοίταξε συγκινημένη, καθώς έπλαθε μικρά πιροσκί ,έτοιμα για το τηγάνι .
“Πες μας άλλη μια ιστορία, Πελαγία. Να τη θυμόμαστε κι εμείς”.
Η Πελαγία χαμογέλασε, άνοιξε τα χέρια σαν να αγκάλιαζε τον χρόνο.
“Άλλη μια, λοιπόν… Τότε που κλέψανε την Νάστα από το πανηγύρι, θυμάστε; Ήταν συνεννοουμένη με τον καλό της , τον Γιώργο .
Οι γυναίκες γέλασαν κι ήταν ένα γέλιο που ξέφευγε από τα χείλη και πήγαινε κατευθείαν στην καρδιά, φωτίζοντας το δωμάτιο πιο πολύ κι από τη λάμπα.
Η λάμπα φώτιζε και τα παρακάθια. Ήταν εκεί όταν έλεγαν ιστορίες για την πατρίδα, για το χωριό που άφησαν πίσω, για τους ανθρώπους που χάθηκαν. Ήταν εκεί όταν τραγουδούσαν σιγανά, όταν γελούσαν, όταν έκλαιγαν. Ένας μικρός ήλιος μες στη νύχτα τους, που έλαμπε όχι μόνο με φλόγα, αλλά με μνήμη και ελπίδα.
Και τώρα, αν σταθείς σε κάποιο παλιό προσφυγικό σπίτι, ίσως τη βρεις ακόμη. Σιωπηλή, σκονισμένη, με μια στάλα πετρέλαιο ξεχασμένη στον πάτο της.
Μα αν την ανάψεις, μπορεί για λίγο να ξαναφωτίσει όλα εκείνα τα βράδια ,τα σιωπηλά, τα τίμια, τα γεμάτα ζωή. Να δεις ξανά την τρυφερή εικόνα με μνήμες και γυναικείες ιστορίες.