Η Μαγεία του Χειμώνα. Νυχτερινή Διαδρομή  στο Μαυρονέρι  

Η Μαγεία του Χειμώνα. Νυχτερινή Διαδρομή  στο Μαυρονέρι  

Ο χειμώνας είχε σκεπάσει το  Μαυρονέρι με το λευκό του πέπλο . Κάθε σπιθαμή γης, κάθε σκεπή και κλαδί ήταν καλυμμένα από το χιόνι . 

Εκείνα τα χρόνια, κάθε σπίτι στο χωριό έσφυζε από ζωή. Καθώς περπατούσαμε στον χιονισμένο δρόμο, το κάθε σπίτι φάνταζε σαν μια μικρή φωτεινή κυψέλη, γεμάτη φωνές, γέλια και τη θαλπωρή της οικογένειας. 

Μαζί με την γιαγιά Χριστίνα, την θεία Μαιρούλα και την θεία  Κλάρα  πηγαίναμε στον πάνω Μαχαλά,  στο σπίτι της  θείας  Άννας του Θεόφιλου  Κεσίδη . Στην διαδρομή συναντήσαμε σπίτια με τις παλιές ξύλινες πόρτες και μέσα  φαινόταν η φωτιά στο τζάκι.  

Από την καμινάδα ανέβαινε πυκνός καπνός, κουβαλώντας τη μυρωδιά από μαγειρεμένα φαγητά, ίσως χοιρινό με πράσο ή φρεσκοψημένο ψωμί. 

Λίγο πιο πέρα, ένα άλλο σπίτι, μικρότερο, με  τα παράθυρά του προς το δρόμο. Μια παρέα φαινόταν που  είχε μαζευτεί γύρω από το τραπέζι και έτρωγε το βραδυνό τους γεύμα. 

Τα βήματά μας βούλιαζαν  στο αφράτο χιόνι  και η ανάσα μας έβγαινε σε μικρά σύννεφα . 

Προχωρώντας, βλέπαμε  μεγαλύτερα σπίτια, που  οι καμάρες στις εισόδους ήταν στολισμένες με πρασινάδες και κλαδιά ,  ενώ από τα παραθυρόφυλλα έπεφτε φως που έκανε το χιόνι να λάμπει σαν χρυσόσκονη. Σε άλλο  σπίτι, μια γυναίκα είχε βγει στην αυλή,  ενώ δύο παιδιά χοροπηδούσαν γύρω της, φορώντας κασκόλ και γάντια. 

Ο δρόμος ήταν ήσυχος ,αλλά όχι έρημος . Μια γάτα περνούσε βιαστική , ενώ λίγο πιο πέρα ο μπάρμπα Φιλίκ Σάββας  κουβαλούσε ξύλα στην αγκαλιά του . Πιό πέρα ακουγόταν ένα τραγούδι , ίσως από κάποια παρέα στου Καρακίδη το σπίτι ,που είχε μαζευτεί γύρω από ένα τραπέζι.  Στρίβοντας στον πάνω Μαχαλά συναντήσαμε τον μπάρμπα – Κώστα  τον Ανδρεανίδη που έφευγε από το καφενείο του Λευτεράκη του  Κεκελέκη  και μας χαιρέτισε με ενθουσιασμό. Στο καφενείο του Ιωσήφ του Χρυσοστομίδη  μερικές παρέες απολάμβαναν τον μεζέ και το ούζο τους . 

Στα σπίτια που περνούσαμε ,τα παράθυρα έμοιαζαν σαν μικρά φαναράκια .Κάποιες κουρτίνες ήταν μισάνοιχτες και μπορούσαμε  να δούμε ανθρώπινες σκιές να κινούνται μέσα . 

Κάθε σπίτι είχε τη δική του ιστορία, τη δική του αύρα .  Γύρω μας απλωνόταν η απόλυτη ησυχία του χειμώνα . Λίγο πριν φτάσουμε στο σπίτι της θείας Άννας, το τοπίο άνοιγε. Από εκείνο το σημείο  φαινόταν  στο βάθος ο λόφος του Αγίου Δημητρίου , το  χωριό μας να  απλώνεται σαν μικρή ζωγραφιά και το σπίτι της θείας να μας καλεί  με την οικεία του όψη . Η αυλή της φαινόταν σαν  να μας περίμενε . Η θεία Άννα στεκόταν ήδη στην ξύλινη σκάλα , με μια ποδιά δεμένη στην μέση της και ένα ζεστό χαμόγελο . Η μυρωδιά από το φαγητό που ετοίμαζε έφτανε μέχρι έξω , ανακατεμένη με την θαλπωρή που μας υποσχόταν το σπίτι της . Μέσα μια μυρωδιά από καφέ και κανέλα μας υποδέχθηκε και αμέσως η ζεστασιά μας αγκάλιασε .  Η μυρωδιά του ξύλου που καιγόταν στην σόμπα , μαζί με το άρωμα από βρασμένο τσάι και φρεσκοψημένο ψωμί , μας έκανε να νοιώθουμε σαν στο σπίτι μας . Στο κέντρο του δωματίου ήταν το τραπέζι με πιατέλες γεμάτες λιχουδιές , πιροσκί , πισία , πουρμά που είχε φέρει η γιαγιά Χριστίνα και ξηρούς καρπούς . Γύρω κάθονταν οι συγγενείς και οι γειτόνισσες ,ακόμα και μικρά παιδιά, η θεία η Σοφία με τον Σόμκα , η Φρίντα με τον Βενάκη , η Μάρω και ο άνδρας της ο Νίκος και τα κορίτσια  Πίτσα και Μάρω , ο  μικρός Θεόφιλος και η Αννούλα .  Εκεί ήταν μαζεμένοι για το νυχτέρι που δεν ήταν μόνο μια διασκέδαση , ήταν ένας θεσμός , ένα κομμάτι της ζωής του χωριού. Οι γυναίκες είχαν το εργόχειρό τους , κέντημα , πλέξιμο  και τα χέρια τους δούλευαν με ταχύτητα ,ενώ τα χείλη δεν σταματούσαν να μιλούν . Διηγούνταν ιστορίες από τα παλιά , πώς ήρθαν από τις Πατρίδες τους , πώς ήταν οι χειμώνες παλιά , πώς έμαθαν να κεντάνε από τις μανάδες τους . Οι άνδρες κουβέντιαζαν για τα χωράφια , για τα ζώα ή την τελευταία είδηση από το διπλανό χωριό, το  Αποστολάρ .Η φιλοξενία  στο σπίτι της θείας Άννας  ήταν μία γιορτή της παράδοσης και της οικογενειακής αγάπης . Το φαγητό, φτιαγμένο με μεράκι , μας ένωνε με τις ρίζες μας και τις ιστορίες των προγόνων μας . Απολαύσαμε το  παραδοσιακό “μπορτς” που είχε φτιάξει η θεία Άννα με κρέας , λάχανο πατάτες , καρότα , κρεμμύδι , σέλινο, γνωστό και αγαπημένο φαγητό και τις άλλες  λιχουδιές .  

Όλα αυτά συνοδεύονταν με γέλια και τραγούδια .  Η Κλάρα με την ωραία της φωνή έπιασε ένα ποντιακό τραγούδι που είχε μάθει από την γιαγιά της,  την Σουσούκ και όλοι σιγοτραγουδούσαν . Κάποιοι σκούπισαν τα μάτια τους από την συγκίνηση , όταν θυμήθηκαν τους παλιούς .  Εκείνη την βραδιά καθώς το τραγούδι και η χαρά έφτασαν στο αποκορύφωμά τους η Μαιρούλα θυμήθηκε ένα παλιό αρμένικο τραγούδι γεμάτο νοσταλγία ,που μετέφερε την πίκρα της χαμένης πατρίδας . Όλοι σταμάτησαν για λίγο και το δωμάτιο γέμισε με σιωπή .  Η Μαιρούλα τραγουδούσε με την γλυκιά της φωνή και ενώ η μελωδία ήταν απλή , η δύναμή της ήταν αξεπέραστη . Είχε μάθει το τραγούδι από την γιαγιά της που το μετέφερε από την Πατρίδα . 

  Καθώς η μουσική πλημμύριζε το σπίτι , το χιόνι έξω  συνέχιζε να πέφτει σιωπηλά , σαν να μην ήθελε να διακόψει αυτή την μαγεία . Όλες οι φωνές ενώθηκαν σε μία , σαν να σχημάτιζαν ένα μουσικό ταξίδι που πήγαινε  πίσω στο χρόνο . Αυτά τα τραγούδια , κρατούσαν ζωντανό το πνεύμα των προγόνων τους .  Και δεν είχε σημασία σε ποιά γλώσσα τραγουδιόταν . Είτε το τραγούδι ήταν στα ελληνικά , είτε στα αρμένικα , είτε στα τουρκικά υπήρχε κάτι βαθύτερο που τους ένωνε όλους.   

Το νυχτέρι στο σπίτι της θείας Άννας τελείωσε και δεν ήταν απλώς μια συνάθροιση . Ήταν η καρδιά του χειμώνα και νιώθαμε πως το ταξίδι μέσα στο χιονισμένο χωριό άξιζε την  κάθε του στιγμή. 

Αυτή η νύχτα στο Μαυρονέρι ήταν η απόλυτη έκφραση της ζωής , της κοινότητας και της μνήμης που διαρκεί στον χρόνο , διατηρώντας ζωντανές τις ιστορίες και τις παραδόσεις μας .  

Στον γυρισμό λίγο πριν φτάσουμε στο σπίτι  μας , κοιτάξαμε πίσω. Το χωριό έμοιαζε ζωντανό, γεμάτο φως και φωνές που ενώνονταν με τη νύχτα. Ήταν η ζωή  στο Μαυρονέρι όπως την ξέραμε τότε, απλή, αλλά γεμάτη ανθρώπους που δεν άφηναν καμία νύχτα να περάσει χωρίς συντροφιά !  

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή