Η Μεγάλη Πολιτεία
Όταν η γιαγιά μου η Χριστίνα η Θεοδωρίδου , μας περιέγραφε τη μεγάλη πολιτεία στο Κάρς, τόσο κοντά στο χωριό της, τα λόγια της έμοιαζαν σαν σκηνές από έναν κόσμο μακρινό και ξένο. Εμείς, παιδιά τότε, δεν καταλαβαίναμε τη σημασία αυτών που έλεγε. Ακούγαμε με μισή προσοχή, ίσως επειδή περιμέναμε ανυπόμονα να μας πει τα παραμύθια της ,αυτά που γεμίζουν τη φαντασία με ήρωες και θρύλους. Όμως οι αφηγήσεις της για την Πολιτεία, τους ήχους και τις μυρωδιές της, έμεναν σαν κάτι που περνούσε δίπλα μας χωρίς να το αγγίζουμε.
Η φωνή της γέμιζε το δωμάτιο, φέρνοντας εικόνες από λιθόστρωτα σοκάκια, πολυάσχολες αγορές και καμπαναριά που αντιλαλούσαν . Μιλούσε για τα αρώματα του φρεσκοψημένου ψωμιού που έβγαιναν από τους φούρνους, για τους πλανόδιους πραματευτάδες που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους και για τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί, με τις διαφορετικές γλώσσες και τις πολύχρωμες φορεσιές τους. Ήταν ένας τόπος ζωντανός, γεμάτος κίνηση και φωνές, που η γιαγιά κουβαλούσε μέσα της σαν έναν θησαυρό. Μας περιέγραφε για τις γιορτινές μέρες στο χωριό της με τους ζουρνάδες και τα νταούλια να είναι η ψυχή των πανηγυριών και των γλεντιών. Ο ήχος τους συνόδευε γάμους , βαφτίσια , αλλά και μεγάλες θρησκευτικές γιορτές ,γεμίζοντας τις πλατείες και τις αυλές με μελωδίες που χόρευε όλο το χωριό της .
Εκείνη θυμόταν τα πάντα με λεπτομέρειες. Το παζάρι με τα υφάσματα, όπου οι έμποροι άπλωναν τις πολύχρωμες μπαμπακερές και τις μεταξένιες εσάρπες στον ήλιο, κάνοντάς τις να λαμποκοπούν σαν πολύτιμοι λίθοι. Τις μυρωδιές των μπαχαρικών που ξέφευγαν από τα σακιά και ανακατεύονταν με τον καπνό των τζακιών τις κρύες μέρες. Τις φωνές των παιδιών που έτρεχαν ξυπόλυτα στις αυλές, παίζοντας κάτω από το βλέμμα των γιαγιάδων τους, που κάθονταν στο κατώφλι και έγνεθαν.
Κι όμως, τότε, εμείς, μικροί και ανυποψίαστοι, δεν δίναμε σημασία. Οι λέξεις της κυλούσαν σαν ρυάκι, μα εμείς δεν απλώναμε τα χέρια να τις κρατήσουμε. Περιμέναμε τις στιγμές της φαντασίας, τους ήρωες και τους δράκους των παραμυθιών της. Δεν καταλαβαίναμε πως οι δικές της ιστορίες είχαν τη δική τους μαγεία, γιατί ήταν αληθινές. Τώρα, που εκείνη δεν είναι πια κοντά μας, αποζητάμε κάθε της λέξη.
Ψάχνουμε στις μνήμες μας εκείνες τις περιγραφές που κάποτε αφήναμε να χαθούν. Τώρα καταλαβαίνουμε πως δεν μας έλεγε μόνο ιστορίες, αλλά μας έδινε κομμάτια από έναν κόσμο που χάθηκε, ένα δώρο ανεκτίμητο, τις ρίζες μας. Αποζητούμε τις εικόνες που ζωντάνευε με τα λόγια της, την ιστορία της, το παρελθόν μας. Και μαζί με αυτό, αποζητούμε εκείνη. Τη φωνή, το βλέμμα και την αγκαλιά που μας χάριζε όλα αυτά χωρίς να το καταλάβουμε. Τις ιστορίες της, γεμάτες ζωή ,με τα έθιμα και τις παραδόσεις να δίνουν ρυθμό στην κοινότητα.
Κάθε τόσο, όταν οι νύχτες είναι ήσυχες και το φως του φεγγαριού πέφτει απαλά στο παράθυρο, νομίζω πως την ακούω ξανά. Ίσως να είναι ο άνεμος που ψιθυρίζει τα λόγια της, ίσως να είναι η καρδιά μου που θυμάται. Και τότε, οι εικόνες που περιέγραφε ζωντανεύουν μέσα μου, σαν να τις βλέπω για πρώτη φορά. Τώρα πια ξέρω πως αυτές οι ιστορίες δεν ήταν απλώς λόγια, αλλά ένας δεσμός άρρηκτος με το παρελθόν μας. Και τις κρατώ σφιχτά, για να μην χαθούν ποτέ ξανά.
Η Χριστίνα Θεοδωρίδου ( 1910-1996), ήρθε στο Μαυρονέρι Κιλκίς το 1922, μαζί με τους γονείς της ,τον Σάββα Ξενίδη και την Σουσάνα . Ήταν μικρό κοριτσάκι τότε και μαζί τους ήταν και οι δύο αδελφούλες της , η Σοφία και η Όλγα . Ήρθαν από το Χάσκιοϊ κοινότητας Βαγδάτ του Καρς, του Καυκάσου . Η Χριστίνα στο Μαυρονέρι παντρεύτηκε με τον Θεόδωρο Θεοδωρίδη και απέκτησε πέντε παιδιά . Έζησε και έφυγε από τη ζωή στο Μαυρονέρι , το έτος 1996 στα 86 της χρόνια .
Έτος 2025