Η Μουσική και ο Χορός στο Μαυρονέρι
“Μάνα τέρεν πως χορεύω
τα παπούτσια μ’ ‘κι γουεύω”
Μάνα κοίταξέ με πώς χορεύω και τα παπούτσια μου δεν λυπάμαι !
Ο χορός και η μουσική , για τους Μαυρονεριώτες, ήταν το αίμα που κυλούσε στις φλέβες τους , το νήμα που ένωνε το παρελθόν με το παρόν. Κάθε βήμα στον χορό , κάθε ήχος από τον ζουρνά ή την λύρα , ήταν μια σύνδεση με τους προγόνους τους .
Χόρευαν και χορεύουν οι Μαυρονεριώτες όλοι μαζί σε έναν κύκλο πιασμένοι από τα χέρια σε αργό ή γρήγορο ρυθμό κάτω από τους ήχους του ζουρνά , της λύρας , του ακορντεόν , του κλαρίνου και του νταουλιού. Αυτή η κυκλική κίνηση και διαδρομή είχε κοινωνικό χαρακτήρα για την επαφή και επικοινωνία και έδειχνε την πολιτιστική τους ταυτότητα . Επίσης χορεύοντας όλοι κυκλικά ισότιμα έδειχναν τους δεσμούς της κοινότητας και ότι το σύνολο ήταν πιό σημαντικό από το άτομο .
Αφήνοντας τα υπάρχοντά τους στις μακρινές και αλησμόνητες πατρίδες τους μέσα σε ένα “μποχτσαλίκ” πήραν τις εικόνες τους και την λύρα ή τον ζουρνά .Όλα τα άλλα τα κουβάλησαν μέσα στο μυαλό και στην καρδιά τους . Ήταν τα άυλα περιουσιακά τους στοιχεία όπως ο χορός , το τραγούδι , οι μνήμες και οι αφηγήσεις τους .Αυτά δεν μπορούν να τα αφήσουν πίσω .Είναι η ίδια η πνευματική τους κληρονομιά .
Από τους προγόνους μας μάθαμε να ταξιδεύουμε νοσταλγικά στα παρχάρια του Πόντου , στα βουνά και τις χαράδρες του Καρς και του Καυκάσου . Με τα τραγούδια που ερωτεύτηκαν αυτοί ερωτευτήκαμε και εμείς . Με τα ίδια τραγούδια αρραβωνιαστήκαμε , παντρευτήκαμε .
Με τα ίδια τραγούδια εκδήλωσαν οι Μαυρονεριώτες τον πόνο τους , την ζωή , την λεβεντιά , την χαρά , την λύπη , την ελπίδα . Με τα ίδια τραγούδια υμνούσαν τον έρωτα και προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τον θάνατο.
Χιλιοβασανισμένοι οι πρόγονοί μας Μαυρονεριώτες και η δυστυχία τους ήταν θλιβερή έμπνευση για την δημιουργία τραγουδιών . Στους γάμους και στα γλέντια τα επιτραπέζια τραγούδια εναλλάσσονταν με τα χορευτικά . Ο χορός ήταν στενά συνδεδεμένος με τον τρόπο έκφρασης του εσωτερικού ψυχικού κόσμου του Μαυρονεριώτη .Ο χορός αργός ή γρήγορος έδειχνε τον δυναμισμό του ανθρώπου .
Όλοι χόρευαν άνδρες , γυναίκες , γιαγιάδες παππούδες , παιδιά .Όλοι με την λαχτάρα στην καρδιά έκαναν μυσταγωγία σε αυτήν την ιδιαίτερη τέχνη.
Θαυμάσιοι λειτουργοί , θαυμάσιοι μουσικοί στον ναό της μούσας υμνούσαν με την λύρα , τον κεμεντζέ το τρίχορδο όργανο που παίζεται με ίσιο δοξάρι . Ο ζουρνάς έδινε την ένταση και τον ήχο σε εξωτερικό χώρο παρέα με το νταούλι και το κλαρίνο ,το καρνέτ, αυτό το δάνειο μουσικό όργανο που χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες Πόντιους του Καρς και του Καυκάσου , που ανήκαν κατά πλειοψηφία οι Μαυρονεριώτες. Δεν νοείται γάμος στο χωριό μας χωρίς κλαρίνο .
Στην διάδοσή του και στην αγάπη του από τους Καρσλήδες Μαυρονεριώτες σίγουρα συνέδραμε το γεγονός ότι είχαμε καρνετατζήδες σπουδαίους και ότι οι χοροί μας είχαν ζωηράδα .
Ο Παπαδόπουλος ο Κότος , ο Ασλιχανίδης ο Ευρυσθένης, ο Γιώργος ο Σιδερίδης άγγιζαν τις πιό ευαίσθητες χορδές της λαϊκής ψυχής. Αργότερα ήρθαν και άλλοι οργανοπαίκτες και μουσικοί που έκαναν το πέρασμά τους στο Μαυρονέρι .
Για χρόνια απολαύσαμε τον δεξιοτέχνη στο κλαρίνο Κώστα Σιώπη , τον λυράρη Παναγιώτη Ασλανίδη , Λάμπη Αναστασιάδη , Παυλάκη Δραμινό , Κώστα Καραπαναγιωτίδη , Ακριτίδη , Μιχάλη Καλιοντζίδη , Χρήστο Τσενεκίδη .
Τους τραγουδιστές Χρύσανθο Θεοδωρίδη, Θόδωρο Παυλίδη , Χρήστο Παπαδόπουλο, Χρήστο Χρυσανθόπουλο , Κώστα Καραπαναγιωτίδη , Στάθη Νικολαΐδη, Γαβριηλίδη , Καρασαββίδη και τον Σιδηρόπουλο είχαμε την χαρά να μας διασκεδάσουν και να χορέψουμε με παραδοσιακά και νεότερα τραγούδια, θυμίζοντάς μας τα γλέντια των παππούδων μας .
Αυτοί οι μελωδοί , οι υπηρέτες της θαυμάσιας ποντιακής μουσικής μας εξωθούσαν να χορέψουμε το “ομάλ” που είναι ο πιο συνηθισμένος χορός, ομαλός με απλά ήσυχα βήματα. Μετά έπαιζαν το “διπάτ”, δύο βήματα , τον πιο δημοφιλή χορό. Ο σκοπός “τας” και ο χορός που έφεραν από την περιοχή του Καυκάσου ήταν ο αγαπημένος χορός των Καρσλήδων . Αυτός ο σκοπός τους ξαναγυρνούσε πίσω στα μέρη τους .
Στην σειρά έπαιζαν το “κότσαρι” που πήρε το όνομά του από το κότς =φτέρνα με τα χέρια πλεγμένα και τις παλάμες ακουμπισμένες στους ώμους των διπλανών . Το “κότσαρι” είναι ο χαρακτηριστικός χορός των Ποντίων του Καυκάσου και συμβολίζει την δύναμη των ανδρών.
Μετά για να δώσουν μια ανάσα στους χορευτές έπαιζαν την “τρυγώνα” που ονομάστηκε έτσι από την θηλυκή τρυγώνα για να δηλώσει την αγαπημένη κόρη ή από την λέξη τρύγος , γιατί οι κινήσεις του συμβολίζουν το πάτημα των σταφυλιών . Χωρίς κούραση με μια ανάσα οι οργανοπαίκτες συνεχίζουν με τα “λάχανα” , εμπροπίς , που πήρε το όνομά του από το τραγούδι “λάχανα πουλίμ λάχανα “. Στο τέλος παίζουν την “λετσίνα” που χορεύεται από άνδρες με ζωηρές κινήσεις και μετά τους ξεκουράζουν με την “καζάτσκα” ή το “τας” , χορό επηρεασμένο από τους γύρω λαούς στις Πατρίδες τους .
Σε αυτήν την ομάδα των μουσικών που ρύθμιζαν τον χορό και το τραγούδι ήταν και ο νταουλτζής , ο Τσίρος ο Ανέστης Χρυσοστομίδης , ο Μήτσος ο Παπαδόπουλος και ο γιός του ο Ροδόλφος ο Ρούλης , που πολλές φορές έκλεβε την παράσταση δίνοντας με την τεχνική του ζωή στα άψυχα ξύλα και στο δέρμα του νταουλιού .
Στο τέλος θα φανούν οι πιο δυνατοί που θα χορέψουν τον χορό “σέρα ” ή “Πυρρίχιο” , τον αρχαίο μεγαλοπρεπή πολεμικό χορό που πήρε το όνομά του από τον ποταμό Σέρα , στον Πόντο . Αυτόν τον χορό τον χορεύουν οι άνδρες και οι μικροί Μαυρονεριώτες προσπαθούν να μάθουν τα πατήματα .
Έτσι τα γλέντια στο Μαυρονέρι είχαν ενδιαφέρον γιατί ήθελαν όλοι να χορέψουν , να ξεδώσουν , να ταξιδέψουν, να θυμηθούν .’Έφταναν μέχρι το ξημέρωμα και δεν κουράζονταν κανείς . Κάποιες φορές συνεχίζονταν μέχρι την ανατολή του ήλιου .
Αυτό το έχουμε ζήσει και είναι συναρπαστικό .Στην αυλή του Μήτσου του Παπαδόπουλου στον γάμο του γιού του χορεύαμε ασταμάτητα μέχρι που ξημέρωσε και ήρθε η Ανατολή .Τόσο όμορφο συναίσθημα όταν χορεύεις και τραγουδάς .
Τα παραδοσιακά τραγούδια που ακούγαμε στους γάμους και στα γλέντια του χωριού ήταν :
Χάραξεν η Ανατολή , Το Τσάμπασιν, Η κόρ επήεν στο παρχάρ ,Ξενιτία το φαρμάκ’ ισ’,
Σεράντα μήλα κόκκινα , Τη Τρίχας το γιοφύρι ,
Ρασόπουλο θα ίνουμαι, Η Λεμόνα, Η Τρυγώνα .Αυτά τα ακούσματα , αυτά τα μνημεία του Ποντιακού λόγου κινούν κάθε φορά τα νήματα της καρδιάς μας και μας θυμίζουν την κοινή μας κληρονομιά, το δεσμό με το παρελθόν , η δύναμη του πολιτισμού που μεταφέρεται από τους παππούδες στους εγγονούς .
Πέρασαν τα χρόνια και ο κύκλος των τραγουδιών που έφεραν μαζί τους από την Πατρίδα μεγάλωσε. Λαμπροί συνεχιστές της δοξασμένης Παράδοσης δημιουργούν νεότερα τραγούδια που και αυτά μας μαγεύουν .
Έτσι ακούγοντας και χορεύοντας τα παραδοσιακά μας τραγούδια είναι σαν να πιάνουμε το χέρι του παππού μας και της γιαγιάς μας και χορεύουμε νοερά μαζί τους .
Η παρακαταθήκη που έφεραν μαζί τους από τις Αλησμόνητες Πατρίδες σαν θησαυρός είναι μέσα μας , περνάει από γενιά σε γενιά και θα διατηρείται ακμαία ακόμη και σήμερα και πάντα .
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
Έτος 2024