Η Μπιζίμ Ντιλί των Μαυρονεριωτών Η Γλώσσα των Προσφύγων του Μαυρονερίου
Η ιστορία των ανθρώπων του Μαυρονερίου είναι μια ιστορία ριζών και ξεριζωμών . Μια ιστορία γλώσσας , μνήμης και ταυτότητας . Οι πρόσφυγες που έφτασαν εδώ έφεραν μαζί τους τις μνήμες του Πόντου , του Καυκάσου και της Τσάλκας της Γεωργίας, μα πάνω απ’ όλα ,έφεραν την γλώσσα τους . Η γλώσσα αυτή ήταν μια τουρκόφωνη διάλεκτος, την οποία είχαν υιοθετήσει οι πρόγονοι τους μέσα από αιώνες καταναγκασμών και εκτουρκισμών .
Στην αρχή υβρίστηκαν ως Τουρκόσποροι και τα νεότερα χρόνια ως Τούρκοι , Γεωργιανοί και Ρωσοπόντιοι , λες και έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύουν ποιοι είναι . Αυτοί που τους κατηγόρησαν δεν γνώριζαν τα δεινά που τράβηξαν μετά από πολλούς εκτοπισμούς . Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και όλου του Βυζαντίου και λίγο αργότερα και την πτώση της Τραπεζούντας του Πόντου κατά διάφορες περιόδους υιοθέτησαν την τουρκική γλώσσα. Έτσι παρέμεναν τουρκόφωνη μειονότητα ελληνικής καταγωγής .
Τους Ελληνόφωνους Έλληνες τους ονόμαζαν Ρουμ και τους Τουρκόφωνους Ουρούμ .
Στις περιοχές του Καυκάσου που ζούσαν Έλληνες άλλοι από χρόνια και άλλοι από πρόσφατες μετοικεσίες είχε επιβληθεί η τουρκική γλώσσα στα πλαίσια του εκτουρκισμού . Οι Οθωμανοί είχαν θέσει το δίλημμα ή την θρησκεία ή την γλώσσα . Είχαν υποβάλλει και σε βασανιστήρια τους Έλληνες κόβοντάς τους την γλώσσα .
Έτσι κρατώντας την θρησκεία τους αναπλήρωναν την απώλεια της γλώσσας και αυτό γινόταν στοιχείο εθνικού προσδιορισμού.
Όταν ήρθαν στο Μαυρονέρι από μόνοι τους έμαθαν την ελληνική γλώσσα και τα παιδιά τους δεν γνωρίζουν την τουρκική διάλεκτο .
Πώς μπορείς να διαγράψεις όλο το παρελθόν τους από την μνήμη τους. Αυτό ήταν το παρελθόν τους , η ιστορία τους , η μνήμη τους .
Όμως κατόρθωσαν και συνέδεσαν την μοίρα των παιδιών τους και των απογόνων τους με την Ελλάδα.
Ήταν άξιοι θαυμασμού οι πρόγονοί μας που γεννήθηκαν έχοντας ως μητρική γλώσσα την διάλεκτο αυτήν, είπαν τις πρώτες λεξούλες τους , έκλαψαν , μοιρολόγησαν, τραγούδησαν την χαρά και την λύπη τους σε αυτήν την γλώσσα , ερωτεύτηκαν και εκδήλωσαν την αγάπη τους σε αυτήν την γλώσσα , αλλά ενσωματώθηκαν στην Ελληνική κοινωνία με σεβασμό στις επόμενες γενεές που δημιούργησαν . Παράτησαν την γλώσσα με την οποία εξέφραζαν όλα τα συναισθήματά τους , την λύπη και την χαρά , τον πόνο και την νοσταλγία και την αντικατέστησαν με την γλώσσα του ιστορικού τόπου, που τους δέχθηκε.
Μεγάλη θυσία . Και πολύ λυπηρό όταν χάνεται μια γλώσσα . Οι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι στο τέταρτο λεγόμενο στάδιο η γλώσσα θεωρείται ετοιμοθάνατη και μετά ακολουθεί το πέμπτο στάδιο που θεωρείται εξαφανισμένη .Οι πρόγονοί μας που ήρθαν στο Μαυρονέρι πέρασαν και τα δύο στάδια μαζί.
Η τουρκική αυτή διάλεκτος ήταν ετοιμοθάνατη από την στιγμή της εγκατάστασής τους και εξαφανίστηκε μέσα σε λίγα χρόνια. Αυτή η γλώσσα έκλεινε μέσα της την ιστορία τους , τα βιώματά τους, τα συναισθήματά τους που ένοιωθαν στην πορεία τους .Οι τουρκόφωνοι πρόσφυγες ενσωματώθηκαν διατηρώντας παράλληλα τις καλύτερες ελληνικές παραδόσεις τους. Γι’αυτήν την γλώσσα κοροϊδεύτηκαν , λοιδορήθηκαν , σατιρίστηκαν .Ένα ζωντανό στοιχείο του πολιτισμού τους και μιά απόδειξη της ύπαρξής τους χάθηκε .Χάθηκε μια γλώσσα χάθηκε και ένας κόκκος ανθρώπινης σκέψης . Κι όμως αυτοί που μιλούσαν την Ουρούμικη γλώσσα δεν ήταν ποτέ ξένοι . Αυτοί που έφτιαξαν σπίτια , που γέμισαν τις γειτονιές με γέλια των παιδιών τους , που έντυσαν τις εκκλησίες με τα μοιρολόγια τους . Το Μαυρονέρι κράτησε κάτι από αυτούς τους ανθρώπους . Δεν είναι πια η γλώσσα , μα είναι η παράδοση, το τραγούδι, το έθιμο ,η αγάπη για το χωριό .
Οι τουρκόφωνοι πρόσφυγες του Μαυρονερίου ενσωματώθηκαν, αλλά δεν εξαφανίστηκαν . Οι μνήμες τους ζουν στις κουβέντες των παλιών , στα παραμύθια γύρω από την σόμπα , στα γλέντια γύρω από το τραπέζι , στα πανηγύρια .
Αυτή η απαραίτητη γλώσσα για την ανθρώπινη κληρονομιά αφού χάθηκε δεν πήρε κανένα κομμάτι από την ιστορία τους .Οι ίδιοι οι τουρκόφωνοι πρόσφυγες αυτοί που μιλούσαν αυτήν την Ουρούμικη γλώσσα έχασαν την “μπιζίμ ντιλί “, “την γλώσσα μας” την γλώσσα τους , όπως έλεγαν. Την έχασαν από τα χείλη τους , αλλά το Μαυρονέρι δεν την ξέχασε . Ζει στην μνήμη των προγόνων και στις αφηγήσεις που περνάνε από στόμα σε στόμα. Και αν αυτή η “μπιζίμ ντιλί ” χάθηκε από τα στόματα , δεν χάθηκε ποτέ από τις καρδιές τους . Μπορεί να μην την λένε ξανά πια , αλλά κάποιος που θυμάται το πρώτο του τραγούδι ή το μοιρολόι της μάνας του , αυτή η γλώσσα ξυπνά ξανά .