Η Ναταλία του Καυκάσου και ο Αργαλειός στο Μαυρονέρι
Στο Σουπατάν του Καυκάσου η Ναταλία έφτιαχνε τέχνη. Όχι όπως οι άλλες γυναίκες που ύφαιναν υφάσματα και σεντόνια για τα προικιά τους.
Εκείνη καθόταν για ώρες μπροστά στον ιδιόρρυθμο αργαλειό της, έναν ξύλινο σκελετό με καλάμια που δεν έμεναν ποτέ στη θέση τους. Με κάθε κρούση των λεπτών της δαχτύλων, τα καλάμια άλλαζαν θέση σαν να είχαν δική τους ψυχή και οι μάλλινες κλωστές, βαμμένες σε χρώματα βαθιά, γήινα κι άλλοτε ζωηρά σαν το κόκκινο του ροδιού ή το πράσινο των πεύκων, πλέκονταν σε σχέδια που όμοιά τους δεν ξαναείδε το χωριό.
Το μαλλί το είχαν μπόλικο ,πρόβατα ευλογημένα, που τους έδιναν το βιος και τη ζεστασιά και οι γυναίκες το έβαφαν σε καζάνια που έβραζαν με φλοιούς, ρίζες και βότανα, να βγει το χρώμα αληθινό και ανεξίτηλο. Ένας μήνας δουλειάς, υπομονή και μεράκι κι ύστερα το χαλί έτοιμο. Στολίδι για το σπίτι, προίκα για την κόρη, καύχημα για την υφάντρα.
Μα σαν ήρθε ο ξεσηκωμός, η Ναταλία άφησε πίσω της τον αργαλειό, στημένο στην αποθήκη του πατρικού της και τα έτοιμα χαλιά, δεμένα σε μπόγους, που περίμεναν να ταξιδέψουν σε ξένα σπίτια. Μήνες δουλειάς έμειναν εκεί, θυσία στον δρόμο της προσφυγιάς. Ήρθε στο Μαυρονέρι με τα χέρια άδεια και το μυαλό της κοφτερό σαν λεπίδι .Εκεί έκλεισε όλη την τέχνη της κι αυτό ήταν το μονάκριβο φυλαχτό της.
Μόνη της έστησε πάλι αργαλειό, με ξύλα που βρήκε, με καλάμια που έκοψε δίπλα στο ρέμα κι άπλωσε τις μάλλινες κλωστές να ξαναπλέξει . Μέσα στην ανέχεια έφτιαχνε τα χαλιά της με το ίδιο μεράκι όπως στο Σουπατάν και οι οικογένειες του χωριού, φτωχές κι αυτές, βρήκαν στα χέρια της τη ζεστασιά που έλειπε απ’ τα ξυπόλητα πατώματά τους.
Μια μέρα, ο παπά Κωνσταντίνος ο Λεφίδης στάθηκε στην πόρτα της και την καμάρωσε να σκύβει πάνω απ’ το πολύχρωμο χαλί της.
” Πίπη, πουνάρ φικί ιστίορ ” «Ναταλία θεία », της είπε, «πρέπει να ’χεις μυαλό ξυράφι για να πλέκεις τέτοια αριστουργήματα». Κι η Ναταλία χαμογέλασε και δε μίλησε , μόνο συνέχισε να υφαίνει, γιατί τα λόγια δεν την έτρεφαν, τα χέρια της την έτρεφαν.
Μ’ αυτήν την τέχνη έζησε τα παιδιά της. Συχνά την βοηθούσε η Ελισσάβετ ,η γυναίκα του γιού της του Βασίλη. Στο Μαυρονέρι τα χαλιά της στόλιζαν τα σπίτια των Μαυρονεριωτών ,του Καρακίδη Κωνσταντίνου, πρώτα, κι ύστερα και πιο πέρα, στους Μέσους Αποστόλους, στο σπίτι του Γεωργιάδη Θεόφιλου. Ένα κομμάτι του Σουμπατάν, κρυμμένο μέσα σε χρώματα και σχέδια, έμπαινε σε κάθε σπίτι που άνοιγε την πόρτα του στη Ναταλία.
Στο μικρό πέτρινο σπίτι της Ναταλίας, που στέκει ακόμα στην αυλή του εγγονού της Βαγγέλη Καλτσίδη, σώζονται διάσπαρτα τα ξύλινα εξαρτήματα από τον παλιό όρθιο αργαλειό της. Με αυτά τα ξύλα και τους πήχεις, η Ναταλία, όπως και τόσες γυναίκες του Καυκάσου, ύφαινε τα χοντρά χαλιά του χειμώνα. Ο αργαλειός της ήταν το δικό της κομμάτι ελευθερίας, τιμής και τέχνης, ένας δεσμός με την πατρίδα που άφησε πίσω. Ήταν η σιωπηλή κληρονομιά της τέχνης, του αγώνα και της μνήμης της.
Κι εμείς, τώρα που ακούμε το όνομά της, μαθαίνουμε ξανά την πολύτροπη τέχνη εκείνων των γυναικών, που μέσα στη φτώχεια έπλεκαν με υπομονή και φαντασία ό,τι πιο όμορφο μπορούσαν κι ακόμα τις θαυμάζουμε, γιατί στα χέρια τους, η ανάγκη έγινε τέχνη κι η τέχνη έγινε ζωή.
Ο όρθιος αργαλειός του Καυκάσου ήταν ένας από τους πιο παραδοσιακούς τύπους αργαλειών που χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται για την ύφανση χαλιών στην περιοχή του Καυκάσου, αλλά και σε άλλες ορεινές περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Ανατολής .Ήταν ένας κάθετος ξύλινος σκελετός. Οι στημονιές (το στημόνι , δηλαδή τα κατακόρυφα νήματα) δένονταν τεντωμένα ανάμεσα σε δύο οριζόνια δοκάρια (πάνω και κάτω).
Ο αργαλειός ήταν σταθερός, αλλά η θέση του χαλιού ανέβαινει ή κατέβαινει καθώς προχωρούσε η ύφανση.
Ο όρθιος αργαλειός ήταν σχετικά εύκολος στη συναρμολόγηση και αποσυναρμολόγηση, κάτι που τον έκανε ιδανικό για νομαδικούς λαούς. Συχνά στηνόταν στον εξωτερικό χώρο ή σε ευρύχωρες καλύβες.
Τα χαλιά της περιοχής αυτής ξεχώριζαν για τα έντονα γεωμετρικά σχέδια, τα φυτικά χρώματα και το συμπαγές δέσιμο κόμπου.Κυριαρχούσε ο κόμπος, που δίνει ανθεκτικότητα.
Η υφάντρα καθόταν μπροστά στον αργαλειό, έδενε τους κόμπους πάνω στο στημόνι, έκοβε με μαχαίρι και πήρε έσφιγγε την ύφανση με ένα ειδικό χτένι. Η ύφανση προχωρούσε από κάτω προς τα πάνω.
Οι όρθιοι αργαλειοί του Καυκάσου ήταν οικογενειακή υπόθεση ,οι γυναίκες κυρίως ύφαιναν τα χαλιά με διάφορα μοτίβα .
Η Ναταλία Καλτσίδου ( 1890-1961)ήρθε από το Σουπατάν του Καρς, στον Καύκασο, πρόσφυγας στο Μαυρονέρι. Γεννήθηκε το 1890 και ήταν κόρη του Κωνσταντίνου Παναγιωτίδη. Η Ναταλία και ο άντρας της, ο Αλέξιος, το 1917 άφησαν πίσω το Σουπατάν και πήγαν στην Τσάλκα της Γεωργίας, για να γλιτώσουν από τη μανία των Τούρκων. Το 1918 η Ναταλία εκεί στην Τσάλκα γέννησε τον γιο της, τον Σολομών , γνωστό ως Σόλων. Εκεί έμειναν μέχρι το 1919 και γύρισαν πίσω στο Σουπατάν. Όμως τα σπίτια τους τα είχαν πάρει οι Τούρκοι και αναγκάστηκαν να μένουν σε αποθήκες.
Αφού είδαν πως δεν υπήρχε άλλος δρόμος, πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς και το 1920 έφτασαν στο Μαυρονέρι, η Ναταλία και ο Αλέξης με τα παιδιά τους και με άλλους συγγενείς .
Η Ναταλία γέννησε συνολικά οκτώ παιδιά, αλλά έζησαν μόνο τα δύο, ο Βασίλης και ο Σόλων. Ο μικρός της Κωνσταντίνος σκοτώθηκε πέφτοντας από το κάρο. Ο Δαμιανός έφυγε από τη ζωή από ελονοσία. Οι κόρες της, η Όλγα, η Μαρία και η Βαρβάρα, έσβησαν κι εκείνες από ασθένειες στα νεανικά τους χρόνια.Ο άνδρας της ο Αλέξιος έφυγε από τη ζωή στο Μαυρονέρι νέος κι αυτός .
Στο Μαυρονέρι η Ναταλία ρίζωσε και έζησε ως το 1961, οπότε έφυγε από τη ζωή στα 71 της χρόνια της .