Η Ξυλεία των Βουνών 

Η Ξυλεία των Βουνών 

Στο Μαυρονέρι, το χωριό που απλωνόταν σε κάμπο , δεν υπήρχαν πολλά δάση για να εφοδιαστούν  με ξύλα. Τα λίγα δέντρα γύρω από το χωριό ήταν κυρίως πουρνάρια και λίγες  βελανιδιές, τα οποία, αν και χρήσιμα, δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες των κατοίκων. Το κρύο του χειμώνα, η ανάγκη για καύσιμα για τις σόμπες και τα τζάκια, έκανε την εξεύρεση ξυλείας πιο επιτακτική από ποτέ. 

Οι Μαυρονεριώτες, γνωρίζοντας πως τα δάση του χωριού δεν θα μπορούσαν να τους καλύψουν για πολύ, ξεκινούσαν για τα  βουνοχώρια του Παπράτ και του Λελόβου ,  σήμερα Ποντοκερασιά και Άγιος Αντώνιος ,  περιοχές που ήταν πλούσιες σε ξυλεία. Οι δρόμοι ήταν δύσκολοι και η διαδρομή απαιτητική, αλλά οι άνθρωποι του Μαυρονέρι, με τις καρδιές τους γεμάτες αποφασιστικότητα έζευαν  τα άλογα με τα κάρα και ξεκινούσαν την πορεία τους. 

Ο Άζος Χρυσοστομίδης με τα άλογά του και το  κάρο του, ο Κίτσος Παπαδόπουλος με τα βόδια του, ο Τοντόρ Θεοδωρίδης και ο Δαμιανός Σεμερτζίδης με τα μουλάρια, καθώς και ο Περικλής  Αμπαρτζίδης και ο Ισαάκ Παπαδόπουλος, όλοι αυτοί, ήταν οι άνθρωποι που ανέβαιναν στα βουνά, για να φέρουν πίσω τα πολύτιμα ξύλα. Κάθε φορτίο ήταν μια σκληρή δουλειά, αλλά η ικανοποίηση που έφερναν τα ξύλα πίσω στο χωριό, έδινε μια αίσθηση ανακούφισης στις οικογένειές τους .  

Τα βουνοχώρια αυτά φιλοξενούσαν πρόσφυγες από τη μακρινή πατρίδα, τον Πόντο και τον Καύκασο, οι οποίοι είχαν βρει καταφύγιο εκεί, και όπως οι Μαυρονεριώτες, είχαν συνδέσει τις ζωές τους με την ευρύτερη περιοχή. Αυτή η κοινή ιστορία, αυτή η γλώσσα των βιωμάτων τους, τους ένωσε και τους έκανε να νιώθουν σαν μία μεγάλη οικογένεια. 

Οι Μαυρονεριώτες, αφού φόρτωναν τα κάρα τους με ξύλα, πολλές φορές δεν επέστρεφαν αμέσως στο χωριό. Αν η νύχτα τους έβρισκε ακόμα στα βουνά ή στα χωριά, θα έμεναν για τη νύχτα στα σπίτια των ανθρώπων που είχαν φιλοξενήσει τους πρόσφυγες. Η φιλοξενία τότε ήταν αληθινή και ζεστή, δίνονταν με όλη την καρδιά και χωρίς δεύτερη σκέψη. Στο χιόνι και τον πάγο, οι άνθρωποι αντάλλασσαν προσφορά και υποστήριξη, γιατί ήξεραν πως η ζωή τους ήταν συνδεδεμένη, είτε με το ξύλο που έφερναν, είτε με τα όνειρα που μοιράζονταν για το μέλλον. 

Και έτσι, καθώς η νύχτα απλώνονταν πάνω από τα βουνά των Κρουσσίων, οι άντρες του Μαυρονερίου έμεναν στα σπίτια των φίλων τους και  ενώ καπνός από τα τζάκια τους σηκωνόταν στον ουρανό, οι ψυχές τους θερμαινόντουσαν από τη φιλία και την αλληλεγγύη που ένιωθαν οι ίδιοι στον τόπο τους. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή