Η Πέρδικα
Ήταν γύρω στο 1950, στα πέτρινα χρόνια του Εμφυλίου, όταν ο χρόνος κυλούσε αργά. Στο Μαυρονέρι, ένα χωριό βουβό από τις πληγές του πολέμου, ένα ακόμη τραγικό γεγονός ήρθε να προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των αδικιών.
Ο Γιώργος Παναγιωτίδης, δεκαπέντε χρόνων μόνο, ψηλόκορμος , με βλέμμα καθαρό και ψυχή άσπιλη, είχε ανέβει στο βουνό με το κοπάδι του. Ήταν μόνος, όπως του άρεσε , με τον σκύλο του για συντροφιά, τον ήλιο να του χαϊδεύει τους ώμους και τη φύση να του μιλά σιγανά.
Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα και τις φτέρες, έπιασε μια πέρδικα ζωντανή. Δεν την έσφαξε, δεν την άφησε να φύγει. Την έδεσε προσεκτικά με ένα σκοινί στο σακίδιό του , όχι σαν αιχμάλωτη, αλλά σαν παράξενο ενθύμιο της μέρας.
Και τότε, σαν κακός ίσκιος, πέρασε από το διπλανό χωριό ένας άντρας. Παράλογος, θολωμένος, με τα μάτια του χαμένα σε άλλους κόσμους. Πλησίασε τον Γιώργο χωρίς λόγο, χωρίς κουβέντα. Του είπε μονάχα, ψυχρά, στρέφοντας το βλέμμα στον φίλο του:
“Είμαι συνηθισμένος να σκοτώνω. Δες και τώρα.”
Μια λάμα, ένα τίποτα, κι έπειτα σιωπή.
Όταν οι χωριανοί ανέβηκαν και τον βρήκαν, ο Γιώργος ήταν ήδη ξαπλωμένος στη γη. Τα μάτια του ανοιχτά, μα δε χάζευαν πια τον ουρανό. Δίπλα του ο σκύλος, ακίνητος φρουρός, σωματοφύλακας της απώλειας. Το κοπάδι έβοσκε αμέριμνο στους λόφους, λες και τίποτε δεν είχε αλλάξει. Κι από το σακίδιο, η πέρδικα φτερούγιζε, τράνταζε το σκοινί της, ζητούσε με μανία την ελευθερία της.
Ένα αγόρι νεκρό. Μια πέρδικα ζωντανή. Μια σιωπή που απλώθηκε σαν πέπλο πάνω απ’ το χωριό και δε σήκωσε ποτέ το κεφάλι της.
Ένας άδικος θάνατος, που έμεινε ανοιχτή πληγή στις καρδιές όσων τον γνώρισαν και στις καρδιές όλων, όσων μπορούσαν ακόμη να νιώσουν τι σημαίνει να κόβεται το νήμα της νιότης χωρίς λόγο.
Φύλακας, ο σκύλος .
Δεν ήξερα να μετρώ τον χρόνο. Για μένα, η ζωή ήταν βήματα, μυρωδιές, το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου, το σφύριγμά του που με φώναζε. Ήμουν ο σκύλος του Γιώργου. Εκείνος ήταν ο κόσμος μου.
Την ημέρα εκείνη ανεβήκαμε πάλι στο βουνό. Το κοπάδι μπροστά, εκείνος πίσω, να κοιτά αν κανένα πρόβατο ξέφευγε. Τον ακολουθούσα χαρούμενος, με τη μουσική της φύσης στ’ αυτιά μου ,κουδούνια, φτερουγίσματα, το θρόισμα των φύλλων. Είχε πιάσει μια πέρδικα ,δεν κατάλαβα το γιατί. Δεν την σκότωσε. Την έδεσε προσεκτικά, σαν να τη νοιαζόταν. Ίσως του άρεσε το κελάηδημά της. Ίσως απλώς δεν ήθελε να μείνει μόνος.
Κι έπειτα, από μακριά, ήρθε εκείνος. Δεν τον ήξερα, ούτε τον είχα ξαναδεί. Κουβαλούσε κάτι σκοτεινό, το ένιωθα στο στήθος μου. Στάθηκα δίπλα στον Γιώργο και γρύλισα. Μα εκείνος γέλασε. «Μη φοβάσαι», μου είπε, και με χάιδεψε γρήγορα.
Μέσα σε λίγες ανάσες, όλα έσβησαν.
Δεν πρόλαβα. Δεν κατάλαβα. Έμεινα να κοιτώ το σώμα του να σωριάζεται στη γη, ήσυχα, σχεδόν ευλαβικά, σαν να κοιμόταν. Κι ύστερα τίποτα.
Γάβγισα. Έτρεξα γύρω του. Έγλειψα το πρόσωπό του. Τίποτα. Έμεινα εκεί. Δεν έφευγα. Δεν μπορούσα. Δεν έπρεπε. Ήταν ο φίλος μου, ο άνθρωπός μου. Και τώρα ήταν απλώς… αθόρυβος.
Κοντά του, η πέρδικα φτερούγιζε. Ένα μικρό πλάσμα, δεμένο ακόμη με σκοινί, να παλεύει για ελευθερία. Κι εγώ, δεμένος για πάντα μαζί του χωρίς σχοινί, μόνο με αγάπη.
Όταν ήρθαν οι άλλοι, δεν κουνήθηκα. Τους κοίταξα και κάθισα ξανά κοντά στο πλευρό του. Να μείνω. Να τον φυλάξω. Ώσπου να σηκωθεί. Ώσπου να με ξαναφωνάξει με το σφύριγμά του.
Αλλά δεν το έκανε.
Κι έτσι έμεινα εκεί.
Σκύλος. Φύλακας. Μάρτυρας.
Και φίλος, μέχρι το τέλος.