Η Παλιά Γειτονιά του Μαυρονερίου, που Ζει στις Καρδιές μας .
Η γειτονιά , εκείνη η μικρή γη των παιδικών μας χρόνων , ήταν ένας κόσμος ολόκληρος. Στο Μαυρονέρι κάθε δρόμος , κάθε αυλή , κάθε πέτρα έμοιαζε να φυλάει τις φωνές και τα όνειρα των ανθρώπων .Όπου κι αν ζούμε η καρδιά μας χτυπάει πιο δυνατά όταν λέμε για το χωριό μας και την γειτονιά μας και η γη που κάναμε τα πρώτα μας βήματα και εκεί ανήκουν .Όλοι μας θυμόμαστε τις όμορφες γειτονιές μας εκεί που ξεκινούσαν οι ρίζες μας και πόσο όμορφος τόπος είναι .
Ο χώρος ήταν ευλογημένος και ο χρόνος ήταν λες και σταμάτησε . Γύρω μας οι δικοί μας, οι γονείς μας, τα αδέλφια μας , οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας και οι γείτονες που μπορεί και να μην ήταν και συγγενείς. Σπίτια χαμηλά με ανοικτές αυλές που είχαν πρόσβαση όλοι με γιασεμιά και γλάστρες με βασιλικούς που φιλοξενούσαν ζωές και όνειρα .
Σήμερα υψώσαμε ψηλά σπίτια και περιφράξεις για να έχουμε το άβατο και την ιδιωτικότητα . Όσο ψηλά σηκώθηκαν τα σπίτια τόση μοναξιά ήρθε στο χωριό μας .
Πού είναι η παλιά γειτονιά . Καθισμένη στην αυλή του σπιτιού μου αναπολώ όλα τα χρόνια που ήταν όλοι ενωμένοι σαν μια οικογένεια .
Το σπίτι απέναντι από του Άβελ ήταν του Θανασούλη Παπαδόπουλου με την Μέλη και τα τέσσερα παιδιά , αφού πέρασε σε άλλη ιδιοκτησία έμεινε και αυτό άδειο . Εκεί ήταν ο παππούς , η γιαγιά, το νέο ζευγάρι με τα παιδιά Χριστίνα , Μάκη (Αδάμ ), Σάββα και Γιώργο .
Δίπλα το σπίτι του Περχανίδη του Νικόλα με την Θασίτισσα γυναίκα του την Βασιλική και τον μοναχογιό τους τον Σταμάτη . Σαν χθες ήμασταν στον γάμο του και η γυναίκα του η Κατίνα έφερε στον κόσμο δύο παιδάκια .
Δίπλα είναι το σπίτι του Γρηγόρη Παπαδόπουλου με την Όλγα . Τα παιδιά τους ζουν αλλού και μετά τον θάνατο των γονιών το σπίτι έμεινε κλειστό . Θυμάμαι τον θείο Γρήγορη που ήταν αγροφύλακας να κάνει πολλά δρομολόγια με το μοτοσακό του στα χωράφια . Η θεία Όλγα έκαμνε τις δουλειές του σπιτιού και μπαινόβγαινε στην αυλή της .
Δίπλα στο σπίτι τους είναι το σπίτι του Αβραμίδη Γιώργου με την Όλγα και τα παιδιά τους Κώστα και Άννα . Μαζί τους ήταν ο αδελφός του Γιώργου ο Ισάκ και η μαμά τους η Πίτω . Ο Ισάκ όλη μέρα κουβάριαζε μαλλιά μέσα στα τσουβάλια και τα πουλούσε .
Μετά τον χαμό των γονιών και τον αδόκητο χαμό του γιού τους Κώστα το σπίτι έκλεισε.
Στην συνέχεια σε ένα χαμηλό σπίτι με μεγάλη αυλή είναι το σπίτι του Τερζή , του Τριαντάφυλλου του Τερζή και της Ευτυχίας .
Τα παιδιά τους έκαναν αλλού τα σπιτικά τους και τις οικογένειές τους. Το καλοκαίρι αυτό το σπίτι γέμιζε φωνές από τον ερχομό του γιού τους Ηράκλη από την Γερμανία .
Πέθανε ο μπάρμπα – Τριαντάφυλλος και η Ευτυχία και έκλεισε και αυτό . Ο Ηρακλής δεν θα ήθελε να το βλέπει άδειο και δεν το επισκέπτεται .
Στην γωνία είναι το σπίτι του Κορβανίδη Νίκου και έμεινε και αυτό άδειο .
Απέναντι από τον δρόμο το σπίτι τού Τριανταφυλλίδη Δημήτρη (Μπουτουβάκκ ) με την Κυριακή .Ο γιός τους Θέμης έφυγε στην Γερμανία από χρόνια και η κόρη τους Λουΐζα έχασε την ζωή της νέα . Οι γονείς τους έφυγαν από την ζωή και το ωραίο καινούργιο σπίτι έμεινε άδειο και έρημο .
Και πιό πέρα το διώροφο σπίτι του τσαγκάρη Αγάπη που πέθανε και αυτός νέος. Μετά από χρόνια έφυγε και η γυναίκα του η Διαμάντω και το σπίτι έκλεισε κι αυτό.
Σε μιά σειρά δέκα σπιτιών και τα δέκα είναι κλειστά .
Παρ ‘ όλη την αλλαγή του σκηνικού οι μνήμες επιβιώνουν .Η γειτονιά άλλαξε , οι γείτονες χάθηκαν , τα σπίτια άλλαξαν ,οι μνήμες όμως υπάρχουν . Στιγμές , γεγονότα , ιστορία , άνθρωποι , μνήμες , παιδικά χρόνια όλα βαλμένα στον χώρο και στον χρόνο .
Απογευματινά και νυχτέρια των γυναικών στους δρόμους της γειτονιάς που γέμιζαν με ζωή . Οι φωνές από τα παιχνίδια των παιδιών βούιζαν παντού .Οι γείτονες μοιράζονταν το λίγο που είχαν .Οι επισκέψεις τους στα γειτονικά σπίτια δεν γινόταν με ιδιαίτερη πρόσκληση και αναφορά . Επισκεπτόταν τους γειτόνους χωρίς δισταγμό και χωρίς παρεξήγηση .
Άν έπαιρνες το ποδήλατο και έκαμνες μιά βόλτα στο χωριό θα έβλεπες παντού στις γειτονιές παρέες – παρέες να παίζουν με ζήλο και τρέξιμο τα παιχνίδια της εποχής όπως μήλα, τζαμί , κεραμιδάκια .
Μια μεγάλη παρέα καμαρώναμε στην γειτονιά του Άβελ . Η Σουζάνα η αξέχαστη η μεγάλη , η Ζωή η αδελφή της η Κούλα , η Άννα, η Σουζάνα η μικρή και η Δήμητρα της Έλλης Σιδερίδου , ο Τάσος , ο Νίκος , ο Χρήστος , η Βούλα (Κυριακή) , ο Σάββας , ο Γιώργος , ο Μάκης (Αδάμ ), η Χριστίνα , ο Κώστας , η Άννα , ο Στέλιος , η Ελισσάβετ , ο Μηνάς , η Ελένη , ο Ηλίας , η Πίτσα ( Πελαγία ) , ο Θέμης και τα μικρά Αργυρούλα και Νικολάκης .
Και στην άκρη στα ντουβαράκια των σπιτιών πάνω σε πέτρες ή σε σκαμνάκια κάθονταν οι γυναίκες της γειτονιάς . Τις θυμόμαστε όλες με μια γλυκιά ανάμνηση . Με μια γλυκιά αποθυμιά . Η Άβελ Μαρία , η Μέλη του Θανασούλη , η Χριστίνα του Αδάμ , η Σουζάνα του Περικλή , η Λούκη , η Ταμάρα , η Πελούς ( Πελαγία ), η Τατιανή , η Ευτυχία του Τερζή , η Πίτω ( Χριστίνα ) , η Όλγα του Γρηγόρη , η Τασούλα του Χάμπου , η Μαιρούλα του Άβελ , η Κωνσταντία , η Ανθούλα , η Κατίνα του Αβράμ , η Έλλη η Σιδερίδου , η Όλγα του Αβραμίδη , η Βασιλική του Τσιρτσίρ , η Αλεξάνδρα του Γιορδάνν , η Νάστα του Αρίκου , η Βασίλω του Περχάν , η Μαρίκα του Θοδωρίκα , η Χριστίνα του Ζουρνατζή , η Μαρία η Κρητικιά , η Αλεξάνδρα του Λαΐδη , η Διαμάντω του Αγάπη , η Ελίκω , η Αθηνά του Τσίρου , η Έλλη η Κιτάν , η Κερέκη του Μπουντουβάκκ.
Όσοι πρόλαβαν την εποχή εκείνη ήταν τυχεροί με ανάμικτα συναισθήματα . Υπήρχε βέβαια η φτώχεια αλλά σε ένα συμφωνούμε όλοι . Ότι οι άνθρωποι ήταν πιο δεμένοι μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους . Όλοι μαζί ζούσαν και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα και προσέτρεχαν στην ανάγκη του γείτονα . Ένοιωθαν σάν αδέλφια μεταξύ τους και το ίδιο ένοιωθαν και τα παιδιά τους .Γι’ αυτό δεν ξεχνιούνται οι άνθρωποι που έζησαν τόσο κοντά και σε τόσους δύσκολους καιρούς .
Ήταν όλοι στην ίδια κατάσταση και με τις ίδιες ανησυχίες και αγώνα . Τον αγώνα για την επιβίωση .Δεν ξαναπλάθεται η παλιά γειτονιά , ούτε γεμίζει με παιδικές φωνές Όλα άλλαξαν .Μετακινήθηκαν , λησμονήθηκαν , καταργήθηκαν .Οι άνθρωποι έφυγαν για αλλού και κάποιοι χάθηκαν στον ανάλγητο χρόνο .
Η κοινωνική ζωή ήταν πολύ διαφορετική από την σημερινή . Οι παλαιοί έλεγαν πως πρώτα θα δεις τον γείτονα και μετά τον ήλιο . Δυστυχώς η γειτονιά όπως την γνωρίσαμε και την θυμόμαστε έχει χαθεί . Οι καιροί έγιναν απρόσωποι και χάθηκε σχεδόν ανεπίστρεπτα ένας ολόκληρος κόσμος , που σφράγισε τις μνήμες πολλών και σημάδεψε την ψυχή τους
Στην σκέψη η γειτονιά ζωντανεύει ξανά . Τα σπίτια γεμίζουν φως , οι δρόμοι γέλια . Οι γυναίκες κεντούν , οι άνδρες μιλούν , τα παιδιά τρέχουν. Ένας κόσμος που δεν σβήνει , όσο κάποιος τον θυμάται .
Ίσως να μην ξαναπλάθεται η παλιά γειτονιά. Όμως , στις καρδιές μας , εκείνη η γειτονιά του Μαυρονερίου θα ζει για πάντα , σαν φάρος που φωτίζει στις ρίζες μας και το ταξίδι μας στη ζωή .