Η Παρθένα και το  Έθιμο  που το έλεγαν Μας 

Η Παρθένα και το  Έθιμο  που το έλεγαν Μας 

Στο Μαυρονέρι, ένα χωριό που Η κράτησε σφιχτά στα χέρια του τα έθιμα που έφεραν οι πρόσφυγες από τις αλησμόνητες πατρίδες, υπήρχε ένα έθιμο παλιό, τραχύ και σιωπηλό, το “Μας”. Δεν ήταν γιορτή, ούτε πανηγύρι. Ήταν τρόπος ζωής, κανόνας απαράβατος μέσα στο προσφυγικό σπιτικό. 

Στα χρόνια εκείνα, δεν υπήρχαν  ανεξάρτητες οικογένειες. Το νέο ζευγάρι φώλιαζε κάτω από τη στέγη του πατέρα, της μητέρας, των αδελφών και των ξαδελφιών. Ήταν ένα νοικοκυριό-κυψέλη, και μέσα σε τούτη την κυψέλη, η νύφη ήταν το σιωπηλό μελίσσι. Δεν απηύθυνε λόγο στον πεθερό, ούτε στη πεθερά. Ό,τι ήθελε, το έλεγε στον άντρα της, και εκείνος, ως ενδιάμεσος, μετέφερε τις επιθυμίες της στους μεγαλύτερους. 

Μα ο λόγος δεν ήταν μόνο που δεν ακουγόταν.  Ήταν και το σώμα που στεκόταν καθημερινά όρθιο, στην πόρτα του σπιτιού, σαν φύλακας κι υπηρέτρια ταυτόχρονα. 

 Περίμενε καρτερικά εντολές: «Φέρε νερό», «Άναψε τη φωτιά», «Πλύνε τα πόδια του πατέρα». Και το βράδυ, μόλις άκουγε την πόρτα να ανοίγει και τα βήματα του πεθερού να βαραίνουν το κατώφλι, έτρεχε αμίλητη, μ’ ένα κανατάκι ζεστό νερό, να του πλύνει τα πόδια .Μια πράξη που οι γέροντες έβλεπαν ως τιμή, μα οι νύφες τη ζούσαν ως σιωπηλή ταπείνωση. 

Το “Μας” κράτησε χρόνια. Κάποιοι το θυμούνταν με συγκίνηση, άλλοι με πίκρα. Μα κανείς δεν τολμούσε να το αμφισβητήσει . Μέχρι  που ήρθε η Παρθένα. 

Ήταν κόρη από το Αποστολάρ, κορίτσι γερό και καλοφτιαγμένο, με καθαρό βλέμμα και ήσυχη φωνή. Πέρασε το κατώφλι του ανδρός της στο Μαυρονέρι νύφη, όπως όριζε το έθιμο.  Με το κεφάλι χαμηλά, τα μάτια στο πάτωμα και τα χέρια πρόθυμα. Έκανε ό,τι της ζητούσαν. Έπλενε, καθάριζε, υπάκουε, στεκόταν όρθια, έσκυβε, υπέμενε. Κράτησε το “Μας” όσο καμία άλλη ,μα μέσα της κάτι μεγάλωνε, κάτι ρίζωνε και φούσκωνε μέρα με τη μέρα. Η  θέληση για ανάσα. 

Κι ήρθε εκείνο το απόγευμα. Το σπίτι ήταν γεμάτο. Οι άντρες κάθονταν στο σαλόνι, οι γυναίκες κουβέντιαζαν σιγανά, κι η Παρθένα, ως συνήθως, όρθια, στην πόρτα, περίμενε. Περίμενε κάποιον να της πει τι να κάνει. Περίμενε το επόμενο νεύμα, την επόμενη προσταγή. Και τότε… δεν άντεξε άλλο. 

«Φτάνει το Μας! Το σταματάω!» φώναξε, με φωνή που ήχησε σαν καμπάνα μέσα στο σπίτι. Όλοι πάγωσαν. Ο πεθερός σήκωσε τα μάτια, η πεθερά δάγκωσε τα χείλη, η συνυφάδα της  ,όλοι  κοιτάχτηκαν μεταξύ τους σαστισμένοι. Κανείς δεν περίμενε αυτή τη ρήξη. 

Παγωνιά έπεσε στο δωμάτιο. Τα πιρούνια σταμάτησαν στον αέρα. Οι γριές μαζεύτηκαν στην καρέκλα, τα πεθερικά κοίταζαν αποσβολωμένα. Ποιος να τολμήσει να μιλήσει πρώτος; Μα δεν χρειάστηκε. 

Η Παρθένα δεν ζήτησε άδεια. Δεν εξήγησε. Σήκωσε το βλέμμα, τίναξε την ποδιά της και προχώρησε προς την κουζίνα, όχι για να φέρει κάτι, αλλά για να καθίσει. 

Εκείνο το βράδυ δεν έπλυνε τα πόδια κανενός. Κι από εκείνο το βράδυ, καμία άλλη νύφη δεν ξαναστάθηκε στην πόρτα όρθια. 

Την Παρθένα άρχισαν να την σέβονται αλλιώς. Όχι μόνο γιατί ήταν καλή μαμή και γρήγορη στους τοκετούς . Όχι μόνο γιατί εκφωνούσε το έθιμο  σατσού με λόγο λαϊκό και γεμάτο σοφία, αλλά γιατί έσπασε τη σιωπή. Γιατί φώναξε κάτι που όλες το ένιωθαν, μα καμιά δεν τολμούσε να πει. 

Αλλά δεν ήταν μόνο φωνή, ήταν πράξη. Από εκείνη τη μέρα, η Παρθένα δεν έμεινε ξανά όρθια στην πόρτα. Δεν έπλυνε πια τα πόδια κανενός, εκτός από το δικό της παιδί όταν θα γεννιόταν. Η σιωπή έσπασε και ο ήχος που ακολούθησε δεν ήταν καβγάς.  Ήταν ανακούφιση. 

Η Παρθένα Σαββίδου ,δεν έγινε μόνο η πρακτική μαμή του Μαυρονερίου, δεν εκφωνούσε μόνο το «σατσού» στους γάμους, με φωνή στεντόρεια και χιούμορ ανεξάντλητο.  Έγινε σύμβολο. Έδειξε τον δρόμο, πρώτα με τα χείλη, μετά με το παράδειγμα. Έδωσε κουράγιο και στις άλλες, τις σιωπηλές, να υψώσουν κεφάλι. Να πούνε κι αυτές «Φτάνει το Μας». 

Έτσι, ένα έθιμο που κουβαλούσε βάρος γενεών έσβησε σιγά-σιγά. Όχι με βία, αλλά με θάρρος. Με τη φωνή μιας γυναίκας που δεν φοβήθηκε την αλλαγή. Και σήμερα, όταν οι παλιές γυναίκες του χωριού τη θυμούνται, χαμογελούν και λένε: 

«Η Παρθένα μάς έσωσε από το “Μας”.» 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή