Η Προσφυγιά
Ήταν μια εποχή που οι ήχοι της γης του Ερτζιγκιάν στην Αργυρούπολη του Πόντου γέμιζαν τις καρδιές των ανθρώπων με μια ήρεμη αίσθηση πληρότητας. Εκεί ,στην πατρίδα τους ζούσαν οι άνθρωποι που γνώριζαν την ζωή της γης και του καρπού.
Τους είπαν να φύγουν .
Ήταν ο Θεόδωρος και η Ειρήνη , ο Νικόλας και η Μαρία , ο Περικλής και η Σουσάνα , ο Γιάνγκος και η Χαρίκλη, η Κυριακή , η Ζωή . Ήταν τα παιδιά του Σάββα και της Μαρίας Παπαδοπούλου.
Στην Πατρίδα τους είχαν την θέση τους και την άνεσή τους . Είχαν φούρνο και έψηναν το ψωμί των κατοίκων της μικρής κωμόπολης του Ερτζιγκιάν . Εκεί το σπιτικό τους ήταν γεμάτο από όνειρα , από τις καθημερινές ελπίδες .
Αλλά ήρθε μια μέρα που όλα αυτά έπρεπε να τα αφήσουν πίσω . Ο πόλεμος ήρθε να ταράξει την γαλήνη της ζωής τους . Τους είπαν να φύγουν, χωρίς επιστροφή. Ο τουρκικός στρατός προελαύνει αφού νίκησε τους Ρώσους και δεν γνωρίζουν την μοίρα τους . Δεν είχαν άλλη επιλογή . Δεν ήξεραν πού θα πήγαιναν ,αλλά ήξεραν ότι ήταν αναγκασμένοι να φύγουν από τα χώματα που τους έθρεψαν .
Ήταν μεγάλη απόφαση ζωής . Θα φύγουν στην Ελλάδα τους είπαν . Την Ελλάδα δεν την γνώριζαν . Μόνο την άκουγαν στις διηγήσεις των μεγάλων και στην εκκλησία στα ελληνικά γράμματα και στους ύμνους . Γνώριζαν ότι ήταν Έλληνες και ο τόπος αυτός ήταν μακρινός .
Όταν ήρθε η στιγμή της μετακίνησης και του Ξεσηκωμού η μαμά τους η Μαρία πέθανε πριν προλάβει να δει την αλλαγή της μοίρας τους και ήταν πολύ νέα ακόμη . Έτσι στον δρόμο της προσφυγιάς βγήκε ο πατέρας Σάββας με τα έξη παιδιά του και τις τέσσερεις νύφες του την Μαρία του Νικόλα με ένα μωρό αγκαλιάς , την Ειρήνη του Θεόδωρου με την οκτάχρονη Μάρω, Μαρία που ήταν το όνομα της γιαγιάς, που άφησαν θαμμένη στα χώματα του Ερτζιγκιάν. Οι άλλες δύο νύφες ήταν η Χαρίκλη του Γιάνγκου και η Σουσάνα του Περικλή . Στην καρδιά του ταξιδιού τους , η δυστυχία έγινε βαρύ φορτίο και το πρόσωπό τους έδειχνε την θλίψη που κουβαλούσαν .
Δύσκολη η ώρα του αποχωρισμού από τις πατρογονικές εστίες τους . Ετοίμασαν λίγα τρόφιμα για τον δρόμο, μπόλικο ζυμωτό ψωμί , λίγο βούτυρο και τροφή για τα άλογα . Ανέβηκαν στο κάρο και έχοντας μαζί τους λίγα στρωσίδια τα έβαλαν για να καθίσουν . Το κάρο γέμισε , δεν χωρούσε άλλους .
Δύσκολη η πορεία μέχρι το λιμάνι Βατούμ που ήταν η έξοδος για το ταξίδι στην Ελλάδα. Στο δρόμο κυκλοφορούσαν Τούρκοι που τους λήστευαν και ήταν πρόθυμοι να τους σκοτώσουν για μια λίρα .
Περίμεναν πολλούς μήνες για να τους φορτώσουν στο καράβι μαζί με άλλους που είχαν βγει από άλλα μέρη . Ένα ανακάτεμα από Έλληνες που ζούσαν πριν σε διάφορα μέρη . Πόντος , Καύκασος, Νότια Ρωσία , Τσάλκα Γεωργίας.
Η Μαρία ,η γυναίκα του Νικόλα κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά της και όπως την πλησίασε ο Τούρκος χτύπησε την κουβέρτα με την κάννη του νομίζοντας πως έχει κρυμμένα χρυσαφικά . Το μωρό έκλαψε αλλά μετά από ώρα σταμάτησε να αναπνέει .Έτσι χάθηκε το πρώτο παιδί της Μαρίας . Τα αυτιά της έτρεχαν αίμα καθώς ο Τούρκος τράβηξε τα χρυσά σκουλαρίκια από τα αυτιά της και τα πήρε.
Πέρασαν βασανιστικές μέρες και όλη η οικογένεια ήταν σε απόγνωση. Τα τρόφιμα τελείωναν και τα ρούχα τους άρχισαν να παλιώνουν και να γίνονται κουρέλια .
Όλοι ήταν απελπισμένοι και η δυστυχία τους φαινόταν στα πρόσωπά τους .
Μόνο η μικρή Μάρω ήταν χαρούμενη . Ήταν με τον παππού της, τους γονείς της , τους θείους και τις θείες της και έπαιζε ανέμελα καθώς περίμενε να πάει ένα ταξίδι μαζί τους.
Ήρθε η πολυπόθητη μέρα της αναχώρησης. Το κάρο το άφησαν εκεί και ανέβηκαν στο καράβι .Είχαν ήδη χάσει τις σωματικές δυνάμεις τους αλλά η καρδιά τους άντεχε ακόμα . Έβλεπαν με λύπη τον τόπο που χανόταν από τα μάτια τους και απομακρύνονταν οι ίδιοι . Ήταν πλημμυρισμένοι με αρνητικά συναισθήματα όπως πόνο , δυστυχία και ανασφάλεια για την ζωή τους .
Έχαναν τα χώματα που γεννήθηκαν, έχαναν τον τόπο που η ύπαρξή τους άφηνε ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Την καρδιά τους .
Αλλά έδιναν κουράγιο στον εαυτό τους κάνοντας τον σταυρό τους . Το μόνο που θα τούς έσωζε ήταν η πίστη τους . Άφησαν τις υπάρξεις τους στα χέρια του Θεού .Μόνο Αυτός θα μπορούσε να τους βοηθήσει.
Μετά από πολλές ημέρες ταξιδιού στην Μαύρη θάλασσα περνώντας από τον Βόσπορο βγήκαν στα γαλανά νερά του Αιγαίου .
Άλλος τόπος , ανοικτός, ηλιόλουστος. Αυτός θα ήταν η Πατρίδα τους τώρα. Τους κατέβασαν στην Καλαμαριά και τους έβαλαν σε καραντίνα. Άραγε πόσα θα περάσουν ;
Άντεχαν όμως . Μετά από μήνα ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης, ο γνωστός Παπαζηράκλης που ταξίδευε μαζί τους από την Τσάλκα τους πρότεινε να πάνε σε έναν τόπο που τον έλεγαν Καρά Μπουνάρ .Εκεί είχε ωραίο χόρτο και πολύ νερό. Αργότερα τον ονόμασαν Μαυρονέρι.
Έτσι με τα λίγα που είχαν μαζί τους και ρακένδυτοι και αποστεωμένοι βγήκαν με το τρένο στο Σαριγκιόλ και από εκεί με τα πόδια στο Κάρα Μπουνάρ.
Στον τόπο αυτόν κάποια σπίτια ήταν μισοφτιαγμένα , σκόρπια εδώ κι εκεί. Ήταν και άλλοι πρόσφυγες με την ίδια μοίρα . Από τον Πόντο , από τον Καύκασο, από την Τσάλκα .
Η Ειρήνη η γυναίκα του Θεόδωρου είχε ράψει στον ποδόγυρό της τις λίρες και τα χρυσαφικά που είχε προίκα από τον πλούσιο πατέρα της. Έτσι πουλώντας κάθε φορά, αγόραζε πράγματα για τις ανάγκες της οικογένειάς της . Η Ειρήνη ήταν πολύ μορφωμένη και μεγαλωμένη σε αστική οικογένεια . Ερχόμενη στην Ελλάδα ανατράπηκε όλος ο κόσμος της .Αλλά ήρθε στο Μαυρονέρι και είπε θα ζήσω χωρίς να χάσει το κουράγιο της .
Το σπίτι που τους έδωσαν δεν είχε ούτε παράθυρα και η Ειρήνη πλήρωνε τεχνίτες για να τα φτιάξουν. Έτσι ξόδεψε όλα τα υπάρχοντα της για να περάσουν τους πρώτους μήνες .
Στην ίδια μοίρα ήταν και η Μαρία , η Σουσάνα και η Χαρίκλη . Είχαν την σειρά τους εκεί στον τόπο τους αλλά τα χρυσά και τις λίρες τα έθαψαν στο χώμα πιστεύοντας ότι θα γυρίσουν πίσω .
Τα πρώτα χρόνια στο Μαυρονέρι αγωνίστηκαν πολύ σκληρά μέχρι να φτιάξουν το σπιτικό τους . Τους έδωσαν ένα ζώο εργασίας, λίγο σπόρο και μερικά εργαλεία για την σπορά. Χρειάζονταν στάβλο και αχυρώνα για τα ζώα , τροφή για αυτά και για τους ίδιους και τις οικογένειές τους .Φύτεψαν δέντρα με τα χέρια τους , πέρασαν κρύους Χειμώνες , βοριάδες , βροχές , χιόνια αλλά και όμορφες Άνοιξες και Καλοκαίρια .
Έτσι αντιστάθηκαν σθεναρά στις δυσκολίες και έκαναν την πρώτη , την δεύτερη και τις επόμενες σπορές για να πάρουν το ευλογημένο σιτάρι . Δεν έχασαν την αισιοδοξία τους και προχωρούσαν κάθε μέρα μέσα στην καθημερινότητα του νέου τόπου τους με χαρά . Αν ήταν απαισιόδοξοι και μίζεροι αυτό θα έμενε στην καρδιά τους και δεν θα τους άφηνε να ζήσουν .Έτσι γέννησαν και μεγάλωσαν παιδιά και κατάφεραν να γεμίσουν τις αυλές τους με χαρούμενες φωνές από μικρά παιδάκια που ήταν οι γονείς μας .
Αυτή η συνέχεια της ζωής με τις χαρές και τις λύπες μεγάλωσε το χωριό μας και έφτασε μέχρι την δική μας γέννηση .
Γέμισαν γειτονιές με κόσμο , με φωνές , με τραγούδια , με χορούς , με λύπες Μοσχομύρισαν οι αυλές από αρώματα , χρώματα , μυρωδιές και όνειρα .
Οι άνθρωποι που ομόρφυναν το χωριό μας , που το στόλισαν , που το γέμισαν κόσμο έφυγαν σιωπηλά ένας – ένας .
Με το παρελθόν τους προσδιόρισαν το μέλλον των παιδιών τους και μετά τον βαρύ χειμώνα που πέρασαν ήρθε η Άνοιξη και έζησαν όσα χρόνια τους έδωσε ο Θεός κουρασμένοι αλλά ευτυχισμένοι στον νέο τόπο που αγάπησαν , στο Μαυρονέρι .
Ένα αγιοκέρι να ανάψουμε στην μνήμη τους για να φωτίζει τους περιπετειώδεις σταθμούς της γεμάτης με προσφορά και αγάπης για το χωριό μας , ζωής τους .