Η Ρίζα και τα Κλαδιά – Εκατό Χρόνια Παπαδόπουλοι . 

Η Ρίζα και τα Κλαδιά – Εκατό Χρόνια Παπαδόπουλοι . 

Ήρθαν το 1922. Κι ήταν σαν να τους έσπρωχνε ο ίδιος ο άνεμος του Καυκάσου, με τις κορφές του ν’ αγγίζουν τον ουρανό και τα χωριά να κουβαλούν στα χώματά τους θρύλους και αίματα. Από το  Ερτζιγκιάν , στο Χάσκιοϊ του Αρνταχάν, μια ανάσα απ’ τον Καύκασο και αργότερα στο Μαυρονέρι , έφτασαν οι Παπαδοπουλαίοι πρόσφυγες σε ξένη γη, με τις χούφτες άδειες και τις ψυχές γεμάτες. Μαζί τους ο πατέρας, ο Σάββας, στητός και αμίλητος, με το βλέμμα πάντα στραμμένο πίσω, εκεί που άφησαν την πατρίδα και τη μάνα τους, τη μάνα που δεν μπόρεσε να ξεριζωθεί και έμεινε για πάντα θαμμένη στα αγιασμένα χώματα. 

Ήταν τέσσερα αδέλφια: ο Περικλής, ο Νικόλας, ο Γιάννης κι ο Θεόδωρος. Τέσσερις ρίζες από την ίδια καρδιά, που βλάστησαν σε μια  νέα γη . Ο Γιάννης κι ο Θεόδωρος έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια τα σπιτικά τους στην άκρη του χωριού. Ήταν άντρες της πέτρας και της γης κι έκαναν την ελπίδα λάσπη και την έβαλαν στα θεμέλια. 

Ο Περικλής και ο Νικόλας στάθηκαν πιο κοντά στο κέντρο του νέου χωριού, πήραν σπίτια του Εποικισμού. Ανάμεσά τους, ένας στενός δρόμος, δυο μέτρα όλα κι όλα. Μα αυτός ο δρόμος δεν τους χώριζε, τους ένωνε. Ήταν αδέλφια με δέσιμο δυνατότερο από αίμα, από κοινές μνήμες και χαρές και συμφορές. Ήταν μαζί στα καλά, μαζί στα δύσκολα. Και οι γυναίκες τους, η Άβελ Μαρία και η Σουσάνα, σαν να ήταν αδελφές , δύο ψυχές σφιχτοδεμένες . Έπλαθαν μαζί τα ψωμιά του χειμώνα, έβραζαν τους τραχανάδες, έβαζαν τουρσιά και μαρμελάδες, έφτιαχναν βούτυρο και τυρί στις ίδιες κατσαρόλες. Οι αυλές τους ήταν ενωμένες όπως οι καρδιές τους , χωρίς φράχτες, χωρίς αποστάσεις. 

Τα παιδιά τους μεγάλωσαν μέσα σ’ αυτήν την αγάπη. Από τη μια πλευρά του δρόμου, ο Άβελ, ο Γρηγόρης, ο Μήτσος κι η Σόφη. Από την άλλη  ο Κώστας, ο Γιώργος, ο Χάμπος κι η Έλλη. Έπαιζαν, δούλευαν, τραγουδούσαν και πενθούσαν μαζί. Μεγάλωσαν με κοινό πατέρα τη μνήμη και κοινή μητέρα την αγάπη. Κι όταν ήρθε ο καιρός και παντρεύτηκαν, η αγάπη δεν έσβησε. Οι νύφες και οι γαμπροί που μπήκαν στην οικογένεια δεν ήταν ξένοι,  έγιναν ένα με τους Παπαδοπουλαίους  και δεν αλλοίωσαν τη συνοχή. Κι όταν ήρθαν τα εγγόνια , η Σουζάνα, ο Νίκος, ο Χρήστος, ο Μηνάς, ο δεύτερος Νίκος, η Βούλα, ο Στέλιος, η Ελισσάβετ, η Αργυρούλα , δεν χρειάστηκε να τους διδάξει κανείς την αγάπη. Την έβλεπαν μπροστά τους, στις πράξεις και στα λόγια των γονιών τους. Στο χώμα που στερέωσαν οι παππούδες τους, έσπειραν κι αυτοί ρίζες. 

Τα παλιά σπίτια, πλίθινα, χαμηλά, μύριζαν χώμα και ιδρώτα. Με τα χρόνια άλλαξαν. Σηκώθηκαν καινούργια, μπήκαν κουζίνες, αποθήκες, χτίστηκαν μάντρες. Μα η απόσταση ανάμεσα στα σπίτια έμεινε ίδια , όχι από συνήθεια, αλλά από σεβασμό. Τα δέντρα στις αυλές είναι ακόμα εκεί. Η μουριά, η συκιά, η βερικοκιά, η κυδωνιά. Ρίζες που φυτεύτηκαν μαζί με την ελπίδα. Σκιά για τα παιδιά, μνήμη για τους μεγάλους. 

Σήμερα, το 2025, πέρασαν εκατό χρόνια. Οι πρώτοι έφυγαν. Άλλοι νέοι, άλλοι αφού έκλεισαν τον κύκλο της ζωής τους. Η δεύτερη γενιά τούς ακολούθησε, με την ίδια αξιοπρέπεια. Τώρα στα σπίτια μένουν τα εγγόνια, μαζί με τα δικά τους παιδιά και εγγόνια. Κι η Παπαδοπουλαίικη ρίζα δεν ξεράθηκε. Αντίθετα, άνθισε, άπλωσε κλαδιά, γέμισε καρπούς. 

Μπορεί τα σπίτια να άλλαξαν, να ψηλώσανε οι μάντρες, να μπήκαν  άλλες πόρτες και παράθυρα .Μα η αγάπη , εκείνη η πρώτη, η ακατέργαστη και ανιδιοτελής ,μένει ίδια. Σαν τη μουριά στην αυλή , μεγαλώνει και ρίχνει σκιά για όλους. 

Και υπάρχει μια φωτογραφία, ασπρόμαυρη, ξεθωριασμένη, μα γεμάτη ζωή. Είναι όλοι εκεί , ο Περικλής, ο Νικόλας, ο Γιάννης, ο Θεόδωρος ,με τα καλά τους, στη σειρά, να χορεύουν τη νύφη , στο παλιό έθιμο το “Θήμιγμα”. Σφιγμένα χέρια, μάτια χαμογελαστά, ψυχές δοσμένες στο πανηγύρι του γάμου. Η μουσική ίσως δεν ακούγεται πια, μα η κίνηση έχει μείνει ζωντανή. Όποιος την κοιτάζει, μπορεί να την ακούσει ,σαν να χτυπά ο ζουρνάς βαθιά μες στο στήθος. 

Χρόνια μετά, μια δεύτερη φωτογραφία. Έγχρωμη πια. Τα παιδιά της δεύτερης γενιάς, στα ίδια χώματα, στα ίδια σπίτια, κάτω από τις ίδιες μουριές. Άλλες φορεσιές, άλλες εποχές,  μα η στάση ίδια. Η αγάπη ίδια. Το βλέμμα στραμμένο ο ένας στον άλλον, όπως τότε. Το χώμα κάτω από τα πόδια τους είναι το ίδιο χώμα που περπάτησαν οι παππούδες. Κι η συνέχεια είναι πια ορατή. Δεν είναι πια θύμηση,  είναι ζωή. Ο χρόνος κύλησε, μα το βλέμμα τους έχει κάτι από εκείνο των πατεράδων τους. Η στάση, η σιγουριά, η αγάπη ,όλα ίδια. 

Η Παπαδοπουλαίικη φύτρα άνθισε και άπλωσε τα κλαδιά του. Τα σπίτια μπορεί να άλλαξαν, μα κρατούν ακόμα την ίδια απόσταση που είχαν τα πρώτα σπίτια. Και τα δέντρα; Είναι εκείνα που φύτεψαν οι πρώτοι,  η μουριά, η συκιά, η βερυκοκιά, η κυδωνιά. Σαν φύλακες του χρόνου. 

Εν έτει 2025, εκατό χρόνια μετά, η αγάπη παραμένει. Άφθαρτη. Όπως το φως εκείνης της παλιάς φωτογραφίας. 

Ελένη Τσιφτσόγλου – Παπαδοπούλου  

2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή