Η Σιωπηλή Μέρα
(Διήγηση της γιαγιάς Χριστίνας Θεοδωρίδου )
Η γιαγιά καθόταν πάντα στη γωνιά της , δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στον δρόμο . Εκεί είχε το φως της και τη μνήμη της. Κι εγώ, μικρό παιδί τότε, καθόμουν στα πόδια της και την άκουγα σαν να μου διάβαζε παραμύθι από κάποιο ξεχασμένο ευαγγέλιο του τόπου.
«Άκου, παιδάκι μου», μου είπε ένα απόγευμα Μεγάλης Εβδομάδας, «τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή στο Μαυρονέρι δεν δούλευε κανείς. Ούτε στο χωράφι, ούτε στο μαγαζί, ούτε στο σιδεράδικο. Όλα ησύχαζαν. Ούτε ψαλίδι, ούτε μαχαίρι, ούτε σφυρί δεν πιανόταν στο χέρι. Λες κι ολόκληρο το χωριό κρατούσε την ανάσα του.»
Έκανε μια παύση και κοίταξε έξω.
«Κι οι σιδεράδες… εκείνοι πρώτοι. Κλείναν τα μαγαζιά τους και γύριζαν ανάποδα το αμόνι. Το αναποδογύριζαν, γιατί τα καρφιά που σταύρωσαν τον Χριστό ήταν σιδερένια. Και τα ‘φτιαξαν σιδεράδες. Παλιοί λέγαν πως ήταν γύφτοι, γι’ αυτό τους καταράστηκαν να μην ριζώνουν πουθενά. Να τριγυρνούν σ’ όλο τον κόσμο χωρίς πατρίδα, χωρίς ανάπαυση.»
Κούνησε το κεφάλι αργά, σαν να επιβεβαίωνε κάτι .
«Κι ήταν τότε, παιδί μου, που το χωριό βυθιζόταν σε μια σιωπή… Θεϊκή και ανθρώπινη μαζί. Ούτε γέλια παιδιών, ούτε κουβέντες στις αυλές. Οι γυναίκες έβαφαν κόκκινα τα αυγά τους δίχως να μιλούν. Και οι άντρες… ούτε στο καφενείο δεν πήγαιναν. Τιμούσαν το Πάθος του Χριστού .
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, η γιαγιά με πήρε από το χέρι και πήγαμε στον Επιτάφιο .
Οι καμπάνες βροντούσαν σιγανά, βαριά, σαν καρδιές που πενθούσαν. Όλος ο κόσμος του χωριού ήταν εκεί. Για να σταθούν. Να σηκώσουν το βάρος.
Ο Επιτάφιος ήταν στολισμένος με λουλούδια του χωριού , μαργαρίτες, παπαρούνες, φρέσκα κρινάκια. Οι γυναίκες τον είχαν πλέξει με τα χέρια τους και έβαλαν όλη την ομορφιά των λουλουδιών.
Κατεβήκαμε τον δρόμο αργά, πίσω από τον Επιτάφιο, με τα κεριά να φωτίζουν τα πρόσωπα και τις ψυχές. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα και κάθε ήχος αντηχούσε πιο βαθιά μες στην καρδιά.
Περάσαμε από το τσαγκαράδικο του Αγάπιου. Ήταν κλειστό. Το παραθυράκι θολωμένο, και πίσω απ’ το τζάμι, σαν να ξεχώριζες ακόμα το μικρό πάγκο, τα καλαπόδια , τα σύνεργά του. Μα εκείνη τη μέρα ούτε πρόκα σε σόλα.
Ύστερα στρίψαμε στη γωνιά με το σιδεράδικο του Γιώργη. Το αμόνι του ήταν κατεβασμένο, σχεδόν ταπεινό, και δίπλα του ακουμπισμένο το σφυρί, σαν να είχε κι αυτό προσκυνήσει .
Η γιαγιά στάθηκε μια στιγμή εκεί. Έκανε τον σταυρό της αργά και χαμήλωσε το κεφάλι.
«Ο Γιώργης», μου ψιθύρισε, «το γυρίζει πάντα το αμόνι Μεγάλη Πέμπτη. Το σφυρί το ακουμπά εκεί, ακριβώς δίπλα. Το κάνει όπως το έμαθε απ’ τον πατέρα του. Έτσι τιμούν τον Χριστό. Μα κι οι ίδιοι για τη σιγή που τους βαραίνει από τότε…»Και το αμόνι , σαν να ντρεπόταν για όσα θυμόταν.
Συνεχίσαμε τον δρόμο μας πίσω από τον Επιτάφιο, μέσα στη σιωπή που έμοιαζε πιο βαριά κι απ’ τον καπνό του λιβανιού. Οι σκιές μας μπλέκονταν με τις σκιές των άλλων χωριανών, κι όλοι γινόμασταν ένα σώμα, μια προσευχή.
Στο δρόμο περάσαμε μπροστά από τον φούρνο της Χαρίκλης του Ισάκ. Κλειστά τα ξύλινα παντζούρια, μα απ’ το τζάμι της πόρτας έλαμπε μέσα η σβησμένη πια φωτιά του φούρνου. «Ούτε προζύμι δεν πιάνει σήμερα», μου ψιθύρισε η γιαγιά «Σήμερα δεν φουσκώνει τίποτα. Ούτε ψωμί, ούτε λόγος. Μόνο η σιωπή…»
Στο καφενείο του Παντελή , σκοτάδι. Ούτε τάβλι, ούτε τσιγάρο.
Περάσαμε από το σπίτι της θείας Ευλαμπίας . Στην αυλή της έκαιγε καντήλι και απλωμένα στα κάγκελα, τα λουλούδια που είχε μαζέψει το μεσημέρι. Για τον Επιτάφιο, είπε. Να βάλουν πάνω του και λίγο από τον κήπο της. Όλες οι γιαγιάδες είχαν δώσει τα λουλούδια τους, τα πιο μυρωδάτα. Άλλες λεβάντες, άλλες βασιλικούς, άλλες ανθισμένες πασχαλιές. Και συνεχίσαμε. Πίσω απ’ τον Επιτάφιο, μαζί με το χωριό, μέσα στο μισοσκόταδο της πιο σιωπηλής νύχτας του χρόνου. Τα πόδια μας πατούσαν δρόμους ποτισμένους με πίστη, με έθιμο και με ανθρώπους που έφυγαν , μα άφησαν πίσω τις κινήσεις τους, για να τις θυμόμαστε.
Στον νάρθηκα της εκκλησίας στεκόταν ο παπάς μας, ο πατήρ Άγγελος . Με σκυμμένο κεφάλι, βαστούσε το θυμιατό και περίμενε τον Επιτάφιο να μπει. Δεν μιλούσε. Μόνο άφηνε τον καπνό να τυλίγει τον αέρα, σαν να ήθελε να κρατήσει τις ψυχές που πέρασαν και να παρηγορήσει όσες απέμειναν.
Ο Επιτάφιος μπήκε στον ναό. Τα παιδιά έσβησαν τα κεριά τους και τα άφησαν στην άκρη, κοντά στην εικόνα της Σταύρωσης. Η γιαγιά Χριστίνα , μού έσφιξε το χέρι.
«Απόψε, Ελένη μου , δεν μιλάμε. Απόψε ακούμε…» Πώς , την ρώτησα.
Και μου ‘γνεψε ν’ ακούσω.
Έσκυψα, και μέσα απ’ τη σιωπή του Μαυρονερίου, άκουσα την ανάσα του χωριού. Μια βαθιά, συλλογική ανάσα, σαν ψαλμωδία άφωνη. Σαν πένθος παλιό που το κουβαλούσαν οι γενιές.
Και κατάλαβα. Όλα αυτά δεν ήταν σιωπή. Ήταν μνήμη.
Κι εγώ, παιδί τότε, για πρώτη φορά κατάλαβα τι σημαίνει σιωπή. Όχι απουσία ήχου. Μα σεβασμός. Μνήμη. Δέος. Μια σιωπή που περνούσε από στόμα σε στόμα, από χέρι σε χέρι, από γενιά σε γενιά, όπως εκείνο το αναμμένο κερί που μου ‘έδωσε η γιαγιά μου .
Χρόνια αργότερα, όταν η γιαγιά Χριστίνα έφυγε, κρατούσα εκείνο το κερί στις ίδιες λαμπρές. Στεκόμουν κι εγώ πλάι στο παιδί μου, κι έλεγα την ιστορία από την αρχή. Για το Μαυρονέρι, τους σιδεράδες, το αναποδογυρισμένο αμόνι, και τη σιωπηλή μέρα που κάθε φορά ξαναγυρίζει, όχι για να τη δούμε, μα για να τη νιώσουμε. Μέσα μας.