Η  Σούλα ,η Κόρη της Σιμονίνας στο Μαυρονέρι  

Η  Σούλα ,η Κόρη της Σιμονίνας στο Μαυρονέρι  

Η Σούλα, βαφτισμένη Σαββούλα, ήταν η κόρη του Συμεών Φελεκίδη και της Ελένης, της Σιμονίνας, όπως την έλεγαν στο χωριό, γιατί το όνομα του άντρα της, του Συμεών , Σιμών , την είχε σημαδέψει. Από εκείνον πήρε και το όνομα κι έγινε Σιμονίνα για όλους, φίλους και γειτόνους. Μαζί του έφερε στον κόσμο τρία παιδιά,  τη Σούλα, την Ευθυμία Βασιλειάδου και τον Αναστάσιο. Κι ένα ακόμη αγόρι, μικρό κι άγουρο, που δεν πρόλαβε να ζήσει, χήνες όρμησαν πάνω του, το τραυμάτισαν θανάσιμα και το πήραν από την αγκαλιά της μάνας πριν προλάβει να το χαρεί. 

Ο Συμεών, ο πατέρας, άνθρωπος της προσφυγιάς, είχε ριζώσει στο Μαυρονέρι φερμένος απ’ την Ελέγκ, τη Χελεγή του Ερζερούμ. Στα χώματα αυτά ξαναβρήκε πατρίδα κι απ’ το φτωχικό τους σπιτάκι ξεκίνησαν όλα. 

Τη Σούλα την πάντρεψαν στο Χωρύγι, με τον Παύλο. Έμεινε εκεί τρία χρόνια όλα κι όλα , τόσα άντεξε η ψυχή της. Τρία χρόνια της φάνηκαν αιώνες. Ύστερα γύρισε πίσω στο Μαυρονέρι, στο χαμηλό, αγαπημένο της σπιτάκι, εκεί που άνθιζε η καρδιά της .  Η Σούλα είχε ψυχή τρυφερή, καθαρή σαν το νερό που πήγαινε να φέρει κάθε πρωί από τη βρύση. Έφευγε πρωί, γύριζε μεσημέρι , μα όχι από τεμπελιά, αλλά  γιατί έδινε τη σειρά της σε όλους, καθόταν στις πεζούλες, κουβέντιαζε με γειτόνους και περαστικούς, άκουγε τα βάσανά τους, μοίραζε γέλια και κατανόηση. 

Αγαπούσε τα ζώα όπως άλλοι αγαπούν τους ανθρώπους. Και τα ζώα την αγαπούσαν πίσω , το ένιωθαν. Είχε τη γάτα τη Σούση, κι ένα σκυλάκι που όποιο κι αν ήταν, όσα κι αν είχε, πάντα το φώναζε Ρίτα, είτε ήταν θηλυκό είτε αρσενικό , Ρίτα και ξεμπερδέψαμε. Στην πίσω αυλή, η Σιμονίνα φρόντιζε τις αγελάδες για το γάλα τους , που η  καθεμιά είχε το όνομά της,  μα η αγαπημένη της Σούλας ήταν η Βαγγελίτσα. Σαν άνθρωπος της μιλούσε, την χάιδευε στο λαιμό κι εκείνη μουγκάνιζε γλυκά, σαν να της απαντούσε. 

Μια μέρα ξημέρωσε κι η Σούλα δε βρήκε τη μάνα της στο σπίτι , όπως κάθε μέρα. Βγήκε στην αυλή κι άρχισε να φωνάζει: 

— Η μάνα μ’ ερούξεν στο γουΐ! Η μάνα μου έπεσε στο πηγάδι! 

Τρέχαν οι γειτόνισσες με τα νυχτικά, ξεμαλλιάζονταν να δουν τι έπαθε η Σιμονίνα. Κι η μάνα της, που είχε πάει παραδίπλα για μια δουλειά, έτρεξε αλαφιασμένη μπροστά στο σπίτι. 

— Αχ κόρη μ’ , ντο επήκες και ξεσηκώθεν η γειτονία ;  Αναστάτωσες το μαχαλά! Κι η Σούλα σταυροκοπιόταν από την τρομάρα της, γελώντας και κλαίγοντας μαζί . 

Η Σούλα δεν χωρούσε σε τέσσερις τοίχους. Γυρνούσε τα γύρω χωριά, έπιανε φιλίες, έπαιρνε το λεωφορείο και πήγαινε σε τόπους που τη φώναζαν η καρδιά και η ανάγκη για κουβέντα. Ήταν πάντα καθαρή, περιποιημένη, με τα σκουλαρίκια της, τα στολίδια της γυναικείας φιλαρέσκειας , φτωχή αλλά περήφανη, μια αρχόντισσα της καθημερινότητας, μια απλή βασίλισσα της αυλής και της γειτονιάς .  

Πάντα έλεγε : ” Επήκα έναν μπάνιον “. Δηλαδή έκανα μπάνιο .  

Κανείς δεν την ξεχνούσε όπου περνούσε. Βοηθούσε νοικοκυρές στα μαλλιά, στα στρώματα, στα παπλώματα. Έφερνε ψωμί από το φούρνο και το άφηνε στα σπίτια που ήξερε πως είχαν φτώχεια μεγάλη. Έδινε χωρίς να ρωτάει, χωρίς να ζητάει πίσω , έτσι έβρισκε παρηγοριά η δική της καρδιά. 

Η Σούλα ήταν κομμάτι του Μαυρονερίου, μια σελίδα του χωριού γραμμένη με αγάπη, θάρρος και γλυκύτητα. Έφυγε από τη ζωή ήσυχα, στα βαθιά γεράματα, κρατώντας την αξιοπρέπεια που κουβάλησε μια ζωή. 

Έζησε χρόνια πολλά, ήσυχα και γεμάτα στο Μαυρονέρι. Έγινε κομμάτι απ’ το χώμα, απ’ τη στάχτη στο τζάκι, απ’ το νερό στη βρύση.  

Έφυγε  με ένα σταυροκόπημα και μια κουβέντα στα χείλη και  άφησε πίσω της μνήμες απαλές σαν το χάδι , μια Σούλα που την ήξεραν όλοι και την αγαπούσαν όλοι. Και μαζί της έφυγε κι ένα κομμάτι από το παραμύθι εκείνων των χρόνων  που ζούσαν απλά, με γάτες που λέγονταν Σούση και αγελάδες που απαντούσαν στο όνομα Βαγγελίτσα. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή