Η Τελευταία Νύχτα στα Αγούλια του Πόντου

Η Τελευταία Νύχτα στα Αγούλια του Πόντου

Ο Χαράλαμπος Σαββίδης από  το χωριό  Αγούλια της Κολωνίας του Πόντου και τη μακρά πορεία του από την πατρίδα ως το Μαυρονέρι. Η τελευταία νύχτα στα Αγούλια  του Πόντου.

Ήταν ένα βράδυ βαθιάς σιωπής, εκείνο το τελευταίο στα Αγούλια της Κολωνίας. Το χωριό βυθιζόταν αργά στο σκοτάδι και μόνο το τρίξιμο από τα παλιά σανίδια του σπιτιού του Χαράλαμπου Σαββίδη θύμιζε πως κάποιος ακόμα δεν είχε κοιμηθεί.

Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα, με τα χέρια διπλωμένα κάτω απ’ το κεφάλι και τα μάτια καρφωμένα στις ξύλινες δοκούς του ταβανιού , όπως τις κοιτούσε παιδί, όταν άκουγε τις ιστορίες της γιαγιάς για την Τραπεζούντα, τα καράβια, τα παζάρια, τους παπάδες που διάβαζαν τις λειτουργίες στα ποντιακά.

Τώρα δεν είχε κανέναν να του πει ιστορία. Είχε μόνο μια λέξη , ξενιτιά.

Τα Αγούλια ήταν μικρό χωριό στις πλαγιές της Κολονίας ,στον Πόντο  Τα σπίτια λίγα, πέτρινα, με κεραμίδια ξεφτισμένα από το χιόνι και τον χρόνο. Οι Έλληνες του χωριού, χριστιανοί ορθόδοξοι, μιλούσαν μεταξύ τους την ποντιακή, έψελναν στον μικρό ναό του Αγίου Γεωργίου, δούλευαν με πείσμα τη γη, ζούσαν φτωχικά αλλά με τιμή. Ήξεραν να τραγουδούν τον πόνο τους με τη λύρα , όπως οι πρόγονοί τους.

Ο Χαράλαμπος, γιος του Γεωργίου και της Σόνιας , ήταν τότε μόλις είκοσι χρονών. Δεν είχε άλλη επιλογή, έπρεπε να φύγει. Η γη δεν τον χωρούσε πια. Τα σύννεφα που κατέβαιναν απ’ τον Καύκασο δεν έφερναν μόνο βροχή , έφερναν απειλή, ξεριζωμό, αίμα. Ήξερε πως δεν θα ξαναγύριζε. Ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπε τα  Αγούλια .

 Όταν ξημέρωσε  πήρε το σταυρό του πατέρα του, λίγο σιτάρι, ένα εικόνισμα της Παναγίας Σουμελά και ξεκίνησε. Δεν είχε χρόνο για δάκρυα.

Δεν κοίταξε πίσω. Αν το έκανε, θα λύγιζε. Η μάνα του η Σόνια , ο πατέρας του ο Γιώργος και  ο μικρότερος αδελφός του ο Αδάμ ,ο Παναγιώτης ,ο Παύλος και οι αδελφές του έμειναν εκεί. Θα έφευγαν αργότερα .

 Ο Χαράλαμπος πέρασε σύνορα, έφαγε χιόνι και σιωπή, μέχρι που έφτασε στην Ελλάδα. Κατευθείαν, λέει, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό . Ήταν το 1917 . Κατατάχθηκε  στον Ελληνικό στρατό όπως πολλοί Πόντιοι και έλαβε μέρος  στην  Μικρασιατική Εκστρατεία . 

Αργότερα , όταν γύρισε ζωντανός , κουβαλώντας το κορμί και την ιστορία του  , βρήκε στέγη στο Μαυρονέρι, ένα νέο χώμα, άγνωστο, που όμως έμελλε να γίνει πατρίδα.

Εκεί δούλεψε σαν να μην υπήρχε αύριο. Έκτισε με τα χέρια του ένα σπίτι από λάσπη και καρτερία. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Όμως κάθε βράδυ, λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, ένιωθε ακόμα την οσμή του χωριού του. Βρεγμένο χώμα ,πράσινο και στάχτη από ξύλα . Ήταν η μυρωδιά του χωριού  του , της γης που δεν πρόλαβε να γεράσει.

Χρόνια αργότερα, ήρθε και ο αδελφός του, ο Αδάμ, μα από άλλον δρόμο ,απ’ το Ζιακ του Καρς του Καυκάσου , με στάσεις και παγωμένες νύχτες στη ρωσική ερημιά. Αγκαλιάστηκαν ξανά, δυο αδέλφια από άλλη ήπειρο, ίδιο αίμα, άλλη μοίρα.

Τι απέγιναν οι υπόλοιποι; Ίσως χάθηκαν σε κάποιον χειμώνα ή βούλιαξαν σε κάποια σιωπή. Αργότερα έμαθαν ότι έφτασαν  στην Αλιστράτη Σερρών.

Ο Χαράλαμπος δεν μιλούσε πολύ. Μα κάθε φορά που κάποιο παιδί τον ρωτούσε για τον τόπο του, χαμογελούσε πικρά και έλεγε με ποντιακή προφορά:

— Αγούλια… Εκεί εφέκα τη ρίζα μ.

Και τότε, για μια στιγμή, το σπίτι στο Μαυρονέρι μύριζε καστανιές και παλιά ξύλα, σαν εκείνη την τελευταία νύχτα στα Αγούλια της Κολονίας.

Παντρεύτηκε την Παρθένα Αλμασίδου, προσφυγοπούλα κι εκείνη, από το Χάσκιοϊ του Καρς του Καυκάσου. Της είχε πει για το χωριό του, για τις νύχτες χωρίς φως, για το χιόνι που σκέπαζε τις στέγες . Εκείνη του είχε μιλήσει για το Καύκασο, τα φαρδιά ποτάμια, τον αέρα που μύριζε μπαρούτι.

Έμοιαζαν και δεν έμοιαζαν οι δυο τους. Μα είχαν μια κοινή ρίζα ,το ξερίζωμα.

Μαζί έφτιαξαν οικογένεια. Ο Χαράλαμπος, σιωπηλός, στήριγμα, θεμέλιο. Η Παρθένα, δραστήρια, φωτεινή, με χέρια δυνατά και μάτια γεμάτα έγνοια. Έγινε η μαμή του χωριού. Όταν μια γυναίκα γεννούσε, η Παρθένα έτρεχε χωρίς δεύτερη σκέψη, κρατώντας στα χέρια της μια παλιά πετσέτα, ένα κομποσκοίνι και μια κουβέντα γλυκιά:

— Μη φοβάσαι, κορίτσι μου. Όλα καλά θα πάνε. Η Παναγία είναι κοντά.

Γέννησε τα παιδιά των άλλων, σαν να ήταν δικά της. Και κάθε φορά που ένα μωρό έκλαιγε δυνατά, εκείνη σήκωνε τα μάτια ψηλά και ψιθύριζε: «Ζωή να ’χει, και καλοτυχία στον ξένο τόπο.»

Και το σπίτι τους, στην άκρη του χωριού, έμοιαζε να ψιθυρίζει ιστορίες στα δέντρα, κάθε βράδυ. Για εκείνη την τελευταία νύχτα στα Αγούλια. Για το Χάσκιοϊ, τον Καύκασο, τον πόνο και το φως. Για τους ανθρώπους που δεν λύγισαν.

Μαρτυρία της εγγονής .

Η εγγονή του Χαράλαμπου ,η κόρη του Νίκου και της Ισμήνης ,η Παρασκευή Σαββίδου ,αναζητά τις ρίζες ,με  μια φωνή από το σήμερα που γυρνά στον χρόνο και τιμά τον παππού Χαράλαμπο και την Παρθένα.

Πάντα αναρωτιόμουν από πού κρατάει η ρίζα μας. Το “Αγούλια  Κολωνίας  ” ήταν γραμμένο δίπλα στο όνομα του παππού Χαράλαμπου, του Σαββίδη, σε ένα παλιό χαρτί  κι εγώ παιδί ακόμα, το έβλεπα σαν γρίφο. Ένα όνομα σβησμένο από τον χρόνο, αλλά όχι από τη μνήμη. Ένας τόπος ,όπου ανάσαινε ο παππούς μου

Τώρα ξέρω. Ήταν χωριό ελληνικό, στην περιοχή της Κολονίας του Πόντου. Μιλούσαν ποντιακά εκεί, τραγουδούσαν στις γιορτές και θυμιάτιζαν τα σπίτια τους κάθε Πάσχα. Ο παππούς μου έφυγε από τα Αγούλια μόνος του. Κανείς δεν ξέρει τι ένιωθε εκείνη την τελευταία του νύχτα. Ίσως κράταγε λίγο χώμα στη χούφτα του. Ίσως φίλησε τη μάνα του και δεν της είπε πως αυτό το φιλί ήταν το τελευταίο. Ποιος ξέρει αν γύρισε να κοιτάξει πίσω του;

Έφτασε στην Ελλάδα κατευθείαν. Πήγε στην Μικρά Ασία στρατιώτης .  Όμως ο αδερφός του, ο Αδάμ, πήρε άλλη πορεία. Στάθηκε πρώτα στο Ζιακ του Καρς στον Καύκασο ,άλλη πληγή εκεί, άλλο πάγωμα.

 Κι ύστερα ήρθαν μαζί στον τόπο που λέγεται Μαυρονέρι.

Εκεί ρίζωσε ο παππούς. Έφτιαξε το σπίτι του στην άκρη του χωριού. Εκεί που δεν περνάει πολύς κόσμος. Μέσα σε δέντρα, στο μισοσκόταδο, όπως ήταν και η ψυχή του τις πρώτες χρονιές.  Ο παππούς μου είχε τελειώσει το σχολείο στον Πόντο , μπορούσε να γίνει δάσκαλος.  Αλλά τότε έδιναν λίγα χρήματα και υπήρχε θέμα επιβίωσης . Στα νταμάρια έδιναν περισσότερα και πήγε εκεί .

Παντρεύτηκε την Παρθένα  Αλμασίδου που  ήταν  κι εκείνη πρόσφυγας. Είχε έρθει απ’ το Χάσκιοϊ του Καρς. Κουβάλαγε τον δικό της ξεριζωμό, με άλλες λέξεις και εικόνες. Μα έμοιαζαν. Και γίνανε ένα.  Από τα έντεκα παιδιά που γέννησε της έζησαν μόνο τρία .  Ο Νίκος (1930-1994) ,ο Ηλίας( 1926 – 1993) και ο Σίμος( 1942-2010) .

Η γιαγιά  Παρθένα ήταν η μαμή του χωριού. Όλες τις γέννες τις είχε περάσει από τα χέρια της. Δεν φοβόταν το αίμα, δεν φοβόταν τον πόνο. Κρατούσε τα μωρά, τα τύλιγε και πάντα ψιθύριζε μια ευχή. Εγώ θυμάμαι τις γυναίκες του χωριού να τη μνημονεύουν, σαν να ήταν ιερή. Και ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, λένε “αν δεν ήταν η Παρθένα, δεν θα έβγαινε το παιδί”.

Ο παππούς ήταν σιωπηλός. Δεν μιλούσε για τα Αγούλια. Τα κουβαλούσε στα μάτια του. Τα  είχα δει μια φορά , μια ολόκληρη πατρίδα, μέσα στα μάτια του.

Καμιά φορά, στεκόταν μπροστά στον παλιό φούρνο του σπιτιού. Κι έμενε εκεί, ακίνητος, να κοιτάζει τα κάρβουνα. Ίσως θυμόταν το πατρικό του στο χωριό του .  Ίσως έβλεπε ποιοι χάθηκαν στον δρόμο. Ποιοι έμειναν πίσω.

Ένα καλοκαίρι, κάτω απ’ την καρυδιά, με τον παππού μου .

 _Παππού, πες μου για τα Αγούλια .

— Ήταν χωριό με πέτρα και ποτάμι. Οι γυναίκες μιλούσαν ποντιακά και ζύμωναν το ψωμί με τραγούδι.

— Και γιατί φύγατε;

(σιωπή. Παίρνει μια βαθιά ανάσα)

— Γιατί κάηκε το τραγούδι, παιδί μ’. Και τότε φεύγεις, όταν δεν σ’ αφήνουν ούτε να τραγουδήσεις.

Κι εγώ, τώρα, χρόνια μετά, σε μια εποχή που όλα αλλάζουν γρήγορα, γυρεύω να μαζέψω τα κομμάτια της διαδρομής του. Να ενώσω τα  Αγούλια με το Μαυρονέρι. Να πω πως δεν χάθηκε. Πως το χώμα εκείνο, το ποντιακό, είναι ακόμα ζωντανό ,μέσα μου.

Γιατί η πατρίδα δεν είναι ο τόπος, είναι οι άνθρωποι.

Και ο παππούς μου την κουβάλησε μέχρι το τελευταίο του βλέμμα.

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή