Η Τελευταία Νύχτα στο Χάσκιοϊ του Καυκάσου
Κάποτε, στα μέρη του Καυκάσου, στο Χάσκιοϊ του Καρς, οι άνθρωποι έκλειναν πίσω τους τις πόρτες των σπιτιών τους και ήξεραν πως θα τις ξανανοίξουν το πρωί. Ήξεραν τις μυρωδιές, τα χώματα, τα ξύλα στους τοίχους, το χτύπο του νερού στη γούρνα. Μα ήρθε μια νύχτα που οι πόρτες έκλεισαν για πάντα και το κατώφλι έγινε δρόμος χωρίς επιστροφή. Αυτή είναι η ιστορία εκείνης της νύχτας. Μια ιστορία για όσα παίρνεις μαζί κι όσα αφήνεις πίσω, όταν φεύγεις ξένος στον κόσμο.
Ήταν φθινόπωρο. Τέλος Σεπτέμβρη, λίγο πριν πιάσουν οι πρώτες ψύχρες. Η αυλή μύριζε ακόμα σταφύλια και φύλλα πατημένα .
Ο πατέρας ο Σάββας Ξενίδης καθόταν στο κατώφλι, με το χέρι στο μέτωπο. Η μητέρα , η Σουσάνα , έραβε μέχρι αργά, δίπλα στο λυχνάρι, γιατί ήθελε να τελειώσει τους μπόγους .
«Μάνα, θα πάρουμε και το χαλί;» ρώτησε η μικρή, η Όλγα
«Όχι παιδί μου… Πού να το στρώσουμε; Στη λάσπη;» της είπε και χαμογέλασε πικρά. Το χάιδεψε όμως, έτσι όπως το ‘χε διπλώσει. Ήταν το καλό χαλί, της προίκας της. Στη μέση ο ήλιος υφαντός, γύρω γύρω λουλούδια κόκκινα και μπλε.
Έξω, κάποιος έδεσε το άλογο. Ο θείος ο Άνθιμος μπήκε με τη μυρωδιά του δρόμου πάνω του.
«Όλοι έτοιμοι;» είπε. Κανείς δεν απάντησε. Μόνο η μητέρα δίπλωσε τα τελευταία ρούχα. Έκοψε δυο λουρίδες απ’ το παλιό σεντόνι να δέσει τους μπόγους . Ένα κομμάτι το φύλαξε: «Μπορεί να χρειαστεί, να φτιάξουμε κάτι, να σκεπαστούμε…»
Οι γείτονες είχαν μαζευτεί κιόλας στον δρόμο. Μπόγοι, τενεκέδες, σκαλιστά μπαούλα με τα αρχικά. Παιδιά κουλουριασμένα στις ποδιές των μανάδων τους. Κανείς δεν μιλούσε δυνατά. Μονάχα ψίθυροι και ένα κλάμα από κάποιο βρέφος.
Η Σουσάνα έσκυψε στο κατώφλι. Έβαλε το χέρι στον τοίχο, τον χάιδεψε. Πόσα χέρια είχαν χτίσει αυτή τη λάσπη; Πόσα όνειρα μέσα στους τοίχους; Μια σκιά πέρασε απ’ το παραθύρι , το καντήλι στο εικονοστάσι έμεινε να τρεμοπαίζει.
«Πάμε…» είπε ο πατέρας , βραχνά. Και βγήκαν στον δρόμο.
Περνώντας τον κήπο, η Σουσάνα έκοψε δυο φύλλα δυόσμου. Τα έδεσε στο μαντήλι της. «Να μυρίζουν πατρίδα», είπε. «Να θυμάμαι.»
Πιο πέρα, η πομπή μεγάλωνε. Άνθρωποι που δεν γύρισαν πίσω ποτέ. Σπίτια που ξημερώθηκαν άδεια. Σπίτια που έμειναν πίσω να τα φυσάει ο αέρας .
Η νύχτα μύριζε καπνό. Και το χώμα στο Χάσκιοϊ του Καρς στον Καύκασο κρατούσε ακόμα τη ζέστη της μέρας. Κανείς δεν είπε «αντίο». Μονάχα το ένιωσαν όλοι μαζί , σαν αγκάθι στο στήθος, που έμεινε εκεί όσο κι αν άλλαξαν τόπο.
Ήταν ο Σάββας ο Ξενίδης με τη γυναίκα του τη Σουσάνα και τα παιδιά τους: την Όλγα, την Τσόφα και τη Χριστίνα. Μαζί του ήταν οι αδελφοί του, ο Θωμάς κι ο Άνθιμος, ο άλλος αδελφός τους, ο Σπύρος, δεν βρέθηκε στο δρόμο του ξεριζωμού, τα παιδιά του όμως ήταν εκεί, σκορπισμένα στα κάρα σαν σπόρος που ψάχνει χώμα.
Ο Σπύρος κι η Ελισάβετ είχαν εφτά παιδιά, όλα αδέλφια σαν γροθιά, ο Αζαρίας με τη γυναίκα του τη Βαρβάρα και τα μικρά τους — τον Θεόδωρο, τον Σπύρο, τον Γιώργο, τον Ξενοφώντα, την Ευδοκία (γνωστή ως Ταμάρα) και τη Νίνα.
Τα υπόλοιπα παιδιά του Σπύρου ήταν ο Αριστείδης, η Χαρίκλη, η Αναστασία (γνωστή ως Ναστίκ), η Σουσάνα, η Χριστίνα κι ο Αγαθάγγελος.
Σε άλλο κάρο ο Άνθιμος, ο αδελφός του Σάββα, με τη γυναίκα του την Παρθένα, τη νύφη τους την Κυριακή —χήρα του γιου τους, του Συμεών και τον μικρό Νεοκλή.
Το άλλο κάρο κουβαλούσε τα παιδιά του Θωμά: τον Ιωάννη, τον Νικόλα, που τον φώναζαν Νικούς και την αδελφή τους, της οποίας το όνομα το πήρε ο χρόνος μαζί του.
Κι ακόμα ένα κάρο πίσω, τελευταίο στο καραβάνι των Ξενιδαίων, φορτωμένο αδέλφια και ξαδέλφια, όλα με το ίδιο όνομα που τους έδενε και τους σημάδευε: Καρίπογλου στην τουρκική, Ξενίδης στα ελληνικά, ξένοι κι κυνηγημένοι. Ήταν ο Σολομών, η Πελαγία, ο Ανανίας, ο Χρήστος, ο Αλέξανδρος, ο Μιχάλης, ο Καλλίνικος κι ο Βενιαμίν.
Περπατούσαν ώρες. Το φεγγάρι ανέβαινε, κατέβαινε κι αυτοί ακόμα στον ίδιο χωματόδρομο, πίσω από κάρα φορτωμένα ως πάνω. Κάποιο παιδί ζήτησε νερό, κάποια μάνα το σήκωσε στην πλάτη. Στις λακκούβες άκουγες το μουγκρητό των ζώων, το τρίξιμο των τροχών, τίποτε άλλο.
Σαν βρήκαν ένα ξέφωτο, σταμάτησαν. Ένα χαμηλό πλατύ δέντρο, λίγο πιο πέρα κάτι πέτρες σωριασμένες. Ο πατέρας Σάββας έδεσε το άλογο. Οι γυναίκες άπλωσαν ό,τι είχαν, παλιό σεντόνι, ένα σακί από το στάρι. Ο καθένας έπαιρνε όσο τόπο χώραγε το κορμί του.
Η μητέρα Σουσάνα έβγαλε το μαντήλι της, το δίπλωσε και το έβαλε μαξιλάρι στη μικρή Χριστίνα . «Ξάπλωσε κορίτσι μου, να μη σε βρίσκει ο αγέρας στο κεφάλι.» Η Χριστίνα γύρισε να δει το σκοτάδι: «Πού είναι το σπίτι μας, μάνα;» ρώτησε, μα εκείνη έκανε πως δεν άκουσε.
Άναψαν λίγη φωτιά, κρυφή, πίσω από τους μπόγους ,να μη φανεί μακριά, να μην τους βρουν ξένοι ή λύκοι. Έβαλαν πάνω μια κατσαρόλα, νερό, λίγο τραχανά τριμμένο σε μια πετσέτα. Μύρισε ζεστασιά κι ας ήταν νερό και στάρι.
Κάποιοι μιλούσαν ψιθυριστά, άλλοι σώπαιναν. Ένας γέρος μουρμούριζε προσευχή. Ένα βρέφος έκλαιγε, η μάνα του το τάιζε με ψίχουλα βρεγμένα στο στόμα της.
Η μάνα τράβηξε την ποδιά της, την έριξε στα πόδια του άνδρα της . «Σκεπάσου κι εσύ. Κάνει δροσιά». Εκείνος δεν μίλησε ,μόνο τράβηξε λίγο χώμα με το χέρι να το κάνει μαξιλάρι.
Πρώτη νύχτα μακριά. Μάτια ανοιχτά μέσα στο μισοσκόταδο. Κι από πάνω ο ουρανός, ίδιος όπως κι εκεί ,μόνο που τώρα δεν είχε στέγη, δεν είχε τοίχους, δεν είχε πόρτα να κλείσουν.
Μα σαν ξημέρωσε, κάποιος έβαλε ξανά τον μπόγο στον ώμο. Κι η μάνα πήρε ένα κομμάτι ύφασμα, έδεσε τα μαλλιά της πίσω, μάζεψε τα παιδιά:
«Εμπρός. Δεν έχουμε άλλη πατρίδα τώρα, μόνο αυτό το μονοπάτι μπροστά μας.»
Όταν ξημέρωσε, ο ουρανός έμοιαζε πιο μεγάλος από ποτέ. Σαν να είχε ανοίξει για να χωρέσει όλο τον καημό τους. Η υγρασία του πρωινού είχε ποτίσει τα ρούχα τους , οι ποδιές, τα μαντήλια, μύριζαν νυχτερινή γη.
Πρώτη σηκώθηκε η Σουσάνα . Ξετύλιξε το τσεμπέρι της, τίναξε τις δροσοσταλιές, το έδεσε ξανά σφιχτά. Έσκυψε στα παιδιά που κοιμόντουσαν ακόμη σαν μικρά κουβαράκια στο χώμα .
Ο πατέρας έδεσε πάλι το ζώο. Το άλογο φυσούσε δυνατά, λες κι ήθελε να τινάξει από πάνω του το βράδυ. Δίπλα, δυο γυναίκες έβραζαν λίγο νερό σε μια τενεκεδένια κατσαρόλα, να ζεστάνουν στόματα και στομάχια πριν πιάσουν πάλι τον δρόμο.
Η Τσόφα ξύπνησε πρώτη από τα παιδιά. Είδε τα μαλλιά της λερωμένα από χώμα, κολλημένα στο μάγουλο. Η μαμά της , τής τα έβρεξε με λίγο νερό από το παγούρι. «Σήκω, κορίτσι μου . Έχουμε δρόμο μπροστά.»
Μόλις χάραξε, έβαλαν ξανά τους μπόγους στα κάρα. Ο Σάββας έδεσε τα λουριά, ο Άνθιμος έλεγξε το άλογο, η Σουσάνα τύλιξε τα παιδιά καλά με ό,τι βρήκε. Το χώμα ήταν υγρό, μύριζε δροσιά και καμένο ξύλο. Έφυγαν σιωπηλοί, σαν να μην ήθελαν να ξυπνήσουν τη νύχτα που έμεινε πίσω.
Από μακριά, σαν χάραξε καλά, φάνηκαν κι άλλες οικογένειες. Μερικοί γνωστοί, άλλοι ξένοι ,όλοι ίδιοι τώρα, με μπόγους, ζώα, μωρά στην αγκαλιά. Κανείς δεν μιλούσε πολύ δυνατά , μόνο ο ήχος από τα κουδούνια των ζώων και το τρίξιμο από τα ξύλινα κάρα που ξαναγέμιζαν. Πιο πέρα, στη στροφή του δρόμου, είδαν κι άλλους. Μια πομπή ίδια σαν τη δική τους. Κάρα, γυναίκες με μωρά δεμένα στην πλάτη, άντρες που περπατούσαν πλάι με το κεφάλι σκυφτό. Μπόγοι, τενεκέδες, ζώα φορτωμένα μέχρι τα αυτιά.
Σταμάτησαν και κοιτάχτηκαν. Σαν να έβλεπε ο ένας τον άλλον σ’ έναν καθρέφτη, το ίδιο χώμα στα ρούχα, η ίδια σκόνη στα μαλλιά, η ίδια σιωπή στο στόμα.
Η Σουσάνα έσφιξε το χέρι της Όλγας. «Απ’ το Πεπερέκ πρέπει να ’ναι», είπε χαμηλά. Ο Σάββας έκανε δυο βήματα μπροστά, σήκωσε το χέρι σε χαιρετισμό. Ένας άντρας από τους άλλους, γεροδεμένος, με γένια άτακτα, απάντησε: «Καλή δύναμη, συγχωριανοί…» Ήταν όλος ο λόγος κι όλη η ευχή.
Έφαγαν λίγο ξερό ψωμί, μοιράστηκαν δυο κομμάτια τυρί που είχαν φυλάξει από το Χάσκιοϊ. Κανείς δεν χόρτασε, μα κανείς δεν γκρίνιαξε.
Με το πρώτο φως, οι φωνές έσμιξαν με τα πουλιά. Το καραβάνι πήρε πάλι μπρος. Σκόνη πίσω τους, δρόμος μπροστά τους. Κι ο ήλιος έπεσε χαμηλά στην πλάτη τους, να τους ζεστάνει λίγο τα κόκκαλα , να θυμούνται πως, όσο υπάρχει ξημέρωμα, υπάρχει και ελπίδα.
Κάποια γυναίκα πλησίασε τη Σουσάνα. Κρατούσε στο ένα χέρι το παιδί της, στο άλλο ένα μπουκάλι με νερό. «Πιες», της είπε. Δεν ρώτησε όνομα. Δεν είπε τίποτε άλλο. Μονάχα έβαλε το μπουκάλι στο στόμα της Όλγας. Το κορίτσι ήπιε λαίμαργα, έσταξε λίγο στο σαγόνι της.
«Πολλοί;» ρώτησε η Σουσάνα σιγανά.
“Πολλοί…», αποκρίθηκε η ξένη γυναίκα. «Από παντού. Από το Φαχρέλ , το Σιντισκόμ , … Όλοι στο δρόμο. Πού να μείνουμε;»
Τα παιδιά κοιτούσαν το ένα τ’ άλλο, σαν να έβλεπαν ξαδέλφια που δεν γνώριζαν. Κάποια αντάλλαξαν ξεροκόμματα, κάποια έδωσαν ένα κομμάτι τυρί που τους περίσσεψε.
Κι έτσι ενώθηκαν οι πορείες. Ένας δρόμος, πολλά βήματα. Ένα καραβάνι που γινόταν ποτάμι. Από το Χάσκιοϊ, από το Αρνταχάν , απ’ το Καρς, όλος ο Καύκασος στο χώμα και στο τρίξιμο των τροχών.
Προχώρησαν μαζί. Κι αν κάποιος έπεφτε πίσω, τον περίμεναν. Κι αν κάποιος βρήκε λίγο νερό, το μοίρασε. Κι αν κάποιος ήξερε μονοπάτι πιο κρυφό, το έδειξε.
Κι έτσι, στον πρώτο μεγάλο γκρεμό, στα πρώτα δύσκολα μονοπάτια, δεν ήταν μόνοι. Είχαν ο ένας τον άλλον , άγνωστοι και ίδιοι.
Και σαν πέρασαν τα χρόνια κι οι δρόμοι έφεραν τα παιδιά των Ξενιδαίων σε τόπους άλλους, οι μυρωδιές έμειναν κρυμμένες σε μαντήλια, οι λέξεις ψιθυρίστηκαν στα εγγόνια, τα ονόματα χαράχτηκαν σε πέτρες και μνήμη. Κι αν το σπίτι στο Χάσκιοϊ το φυσάει πια ο αέρας, οι τοίχοι ζουν ακόμα σε όσους θυμούνται. Γιατί πατρίδα είναι να θυμάσαι και να λες την ιστορία, ξανά και ξανά, για να μην χαθεί.