Η Τρελοπαρέα στο Μαυρονέρι
Η ζωή είναι ένα ταξίδι που σταματά μόνο στο τέλος του . Έχει όμως σταθμούς και στάσεις . Τα παιδικά μας χρόνια είναι η αφετηρία της .Αν θα είναι ευλογημένη εξαρτάται από τις επιλογές μας και τις συγκυρίες .
Το ταξίδι του κάθε ανθρώπου είναι μοναδικό. Όμως ποτέ δεν το κάνει μόνος του . Πλάι του βρίσκονται η οικογένεια ,οι συγγενείς και οι φίλοι. Και αν η οικογένεια μάς δίνεται ,οι φίλοι είναι αυτοί που επιλέγουμε . Όπως είπε ο Αριστοτέλης , η φιλία είναι αρετή και είναι εντελώς απαραίτητη για την ζωή μας .
Όλοι θυμόμαστε τις παιδικές μας φίλες. Και αν χαθήκαμε ένα δάκρυ νοσταλγίας κυλάει στο μάγουλό μας.
Γνώριζα για την φιλία των κοριτσιών στο Μαυρονέρι . Της Μαιρούλας Παπαδοπούλου , της Ναυσικάς Φελεκίδου , της Κλειώς Ανανικίδου και αργότερα της Θέκλας Ιορδανίδου και της Ζωγράφας Καλτσίδου .
Η Μαιρούλα συχνά μου διηγούταν περιστατικά από την παιδική της ηλικία .
Όταν ήταν μικρούλα στο πατρικό της, ερχόταν η Κλειώ από την γειτονιά και η Ναυσικά από τον πάνω μαχαλά . Άλλες φορές πήγαινε εκείνη και η Κλειώ στο σπίτι της Ναυσικάς. Σχεδόν καθημερινά .
Μετά το σχολείο ,η Ναυσικά δεν έπαιρνε τον δρόμο για το σπίτι της, αλλά κατηφόριζε προς την Μαιρούλα ,όπου τις περίμενε και η Κλειώ. Εκεί ξεκινούσε το παιχνίδι .
Τα παιδιά τότε είχαν ανεξαρτησία . Οι γονείς, φορτωμένοι με τις δουλειές τους , δεν ήταν τόσο αυστηροί .
Έτσι, τα κορίτσια απολάμβαναν αυτήν την ανεξαρτησία και την ελευθερία . Έζησαν τα παιδικά τους χρόνια με αθωότητα , φτώχεια , άγνοια , χαρά , αφέλεια , παιδικότητα.
Έπαιζαν με πάνινες κούκλες , κι έπειτα , απρόβλεπτα ,έφευγαν στα χωράφια . Δεν φοβόντουσαν έντομα ή φίδια . Ξάπλωναν στο πράσινο χωράφι ,με τις τσουκνίδες και τα άγανα από τα ξερά χόρτα να μπλέκονται στα μαλλιά τους και δεν τις ένοιαζε .
Από εκεί εύρισκαν δέντρα με φρούτα στην γειτονιά και σκαρφάλωναν σαν αγόρια στα κλαδιά . Έτρωγαν τα φρούτα με τα βρώμικα χέρια και δεν τις ένοιαζε .
Έπαιζαν και με άλλα παιδιά της γειτονιάς τα ομαδικά παιχνίδια και έπεφταν πάνω στις κοφτερές πέτρες και στο χώμα και δεν τις ένοιαζε . Αυτή η τρελοπαρέα έτρεχε ανέμελη στις δρόμους του χωριού μας , γελούσε και μεγάλωνε .Το χαρακτηρισμό “τρελοπαρέα ” το είχαν ως παράσημο .
Κάποιες μέρες οι μαμάδες τους τις έδιναν και ένα μωρό , το μικρότερο αδερφάκι τους μαζί τους για να το προσέχουν και το τραβολογούσαν, το “τσορκάνευαν” στις γειτονιές όπως έλεγαν στην ποντιακή διάλεκτο, πάνω στον μικρό τους ώμο . Όταν ήθελαν να παίξουν κουτσό παρατούσαν το μικρό στο χώμα και έτρεχαν στην σειρά τους .
Αυτές ήταν οι νταντάδες των μικρότερων αδελφών αφού οι γονείς όλη μέρα ήταν στα χωράφια . Έτρεχαν στο σπίτι , έπαιρναν μια φέτα με λίγο λάδι και ζάχαρη , τάιζαν και το αδελφάκι και όλα ήταν καλά .
Στο ένα χέρι την φέτα , το αδελφάκι κάτω στο χώμα και η Μαιρούλα , η Κλειώ και η Ναυσικά έπαιζαν με τις άλλες φίλες τους .
Άλλες μέρες θυμόταν ότι οι μαμάδες τους τις έδωσαν και ένα κέντημα για να κεντήσουν .Τότε έπαιρναν το κέντημα , καθόταν σε έναν ίσκιο και κεντούσαν . Για να κάνουν την προίκα τους . Η αλήθεια είναι πως ήθελαν να παντρευτούν , όπως έκανε και η μαμά τους , η θεία τους και η γειτόνισσα . Ένιωθαν πώς αυτός ήταν ο προορισμός τους .
Εκεί που κεντούσαν παρατούσαν το εργόχειρο και ”το ‘βαζαν “για το ρέμα .Εκεί κάτω είχε νερό . Φαινόταν φρέσκο και ερχόταν από το απέναντι βουνό από μια πηγή . Πετούσαν τα ρούχα τους και βουτούσαν μέσα . Είχαν ελευθερία και άγνοια του κινδύνου .
Κάποτε καθώς κολυμπούσαν ήρθε ένας συμμαθητής τους , που ήταν γνωστό πειραχτήρι. Πήρε κρυφά τα ρούχα τους και τα έκρυψε στους θάμνους . Όταν τελείωσαν το μπάνιο τους, πανικοβλήθηκαν . Ευτυχώς τα βρήκαν και όλα τελείωσαν καλά .
Οι τρεις φίλες ήθελαν λίγα για να είναι ευτυχισμένες. Χόρτασαν παιχνίδι και γέμισαν τις γειτονιές με τις φωνές τους . Η φιλία τους είχε γερές βάσεις και άντεξε στον χρόνο .
Όταν μεγάλωσαν, βρέθηκαν μετανάστριες στην Γερμανία και στην παρέα τους προστέθηκε η Θέκλα Ιορδανίδου και η Ζωγραφιά Καλτσίδου . Η παρέα με τις τέσσερις γυναίκες πέρασε δύσκολα στην ξενιτιά με αναπόληση και νοσταλγία των δικών τους .
Στο χωριό τους , το Μαυρονέρι, μεγάλωσαν με φτώχεια αλλά δεν έμειναν προσκολλημένες στο παρελθόν . Προχώρησαν . Όταν γύρισαν έφεραν μαζί τους τα καλά της ξενιτιάς . Παρά τις αντιξοότητες είχαν ψυχική ανθεκτικότητα , προσαρμόστηκαν στις οποίες καταστάσεις και εστίαζαν στην θετική πλευρά της ζωής .Και πάντα είχαν ένα χαμόγελο στα χείλη .
Η ζωή που έζησαν σαν παιδιά και αργότερα σαν ενήλικες τις είχε αγγίξει βαθιά. Η στάση τους απέναντι στον κόσμο είχε διαμορφωθεί από τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και της ξενιτιάς . Είχαν χιλιάδες συναισθήματα , αμέτρητες ιστορίες να διηγηθούν . Η αθωότητα και οι απλές χαρές που έζησαν ζωντανεύουν τις ζωές αυτών των κοριτσιών και μας θυμίζουν πόσο σπουδαίες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και η κοινή μνήμη .
Όσα χρόνια κι αν πέρασαν πάντα έμειναν στο μυαλό τους χαραγμένες οι μοναδικές στιγμές που είχαν περάσει μαζί .
Η φιλία που ξεκίνησε μέσα από τις απλές στιγμές της παιδικής ηλικίας άντεξε στον χρόνο και στις δυσκολίες της ξενιτιάς δείχνοντας πόσο δυνατοί είναι αυτοί οι δεσμοί, γιατί ήταν αληθινοί . Το ταξίδι τους από την παιδική ανεμελιά ως την ενηλικίωση αποτυπώνει την ανθεκτικότητα και την προσαρμοστικότητα που είχαν αυτές οι γυναίκες .
Με πολύ σεβασμό τις αναγνωρίζεται η δύναμη της φιλίας και της μνήμης που πάντα ανασύρει στιγμές χαράς , αγωνίας και αγάπης . Έτσι οι δεσμοί αυτής της φιλίας τους δεν έχασαν την αξία τους αλλά παρέμειναν και μετά το τέλος, ενώνοντας τις αγαπημένες ξανά .
Όταν γέμισαν τα χρόνια τους και άρχισε να εμφανίζεται το γήρας, πιο πολύ αναθυμούνταν την παιδική τους ζωή . Την παιδική ζωή που είναι δυο λέξεις μόνο με χιλιάδες συναισθήματα . Έτσι η τρελοπαρέα κράτησε ζωντανή την παρακαταθήκη σε όσους την ακολούθησαν . Μέσα από την ζωή τους και το έργο τους εμπνέουν με την απλότητα και την δύναμη της ψυχής τους .
Αφού αποδέχθηκαν τον κύκλο της ζωής και τον έφτασαν μέχρι το τέλος τώρα ξεκουράζουν το σώμα τους πάνω στα μνήματα .Οι τάφοι τους είναι κοντά , πώς έτυχε !
Ό,τι έμαθαν, ό,τι κέρδισαν , ό,τι δημιούργησαν , για ό,τι αγωνίστηκαν είναι κατατεθειμένο σε μας, τα παιδιά τους .
Εκεί πάνω στα μνήματα ανάμεσα σε πολλά λουλούδια είναι το σώμα τους που περιμένει το τρισάγιο , τα κόλλυβα και το κερί .
Σήμερα, οι φωνές της Τρελοπαρέας δεν αντηχούν πια στους δρόμους του Μαυρονερίου. Όμως η ανάμνησή τους ζει, στις αφηγήσεις, στις φωτογραφίες, στα χαμόγελα όσων τις γνώρισαν.
Η Μαιρούλα, η Ναυσικά, η Κλειώ, η Θέκλα και η Ζωγράφα αναπαύονται πια στα μνήματα του χωριού τους στο Μαυρονέρι , κοντά η μία στην άλλη, όπως τότε, σαν να μην αποχωρίστηκαν ποτέ.
Είναι εκεί, σιωπηλές μα παρούσες, μέσα στη γη που τις ανάθρεψε και τις αποχαιρέτησε.
Κι αν το ταξίδι τους τελείωσε, η μνήμη τους συνεχίζει. Όχι μόνο γιατί έζησαν, αλλά γιατί έζησαν μαζί , με φιλία, αλήθεια και φως.