Η Φλαμουριά της Άβελ Μαρίας
Στην αυλή της Άβελ Μαρίας, τέλη Μαΐου, η φλαμουριά άπλωνε την ευωδιά της και ξεσήκωνε τη γειτονιά. Ήταν μια μυρωδιά μεθυστική, γλυκιά, αλησμόνητη. Οι μέλισσες ζουζούνιζαν μέσα στα άνθη της κι όμως δεν ήταν οι μόνες που έφταναν κοντά της. Οι γείτονες, άνθρωποι απλοί, κουρασμένοι από τη μέρα ,έρχονταν κι αυτοί, σαν προσκυνητές, να σταθούν κάτω απ’ τη σκιά της. Περαστικοί κοντοστέκονταν, εισπνέοντας βαθιά το άρωμά της, λες και μ’ αυτό ανέπνεαν ένα κομμάτι από τις μνήμες τους.
Η Άβελ Μαρία την είχε φυτέψει εκεί, σ’ εκείνη την αυλή, όταν ήρθαν πρόσφυγες από την Πατρίδα. Από το Σιντισκόμ του Καρς ήταν μικρή που βρέθηκε νύφη στο Χάσκιοϊ . Ήθελε να φέρει μαζί της κάτι γνώριμο, κάτι που να μυρίζει όπως το σπίτι που άφησε πίσω. Τη φύτεψε για να έχει το φλαμούρι της ,το τσάι των κρύων νυχτών του χειμώνα , αλλά και τη μυρωδιά της άνοιξης, τη δροσερή σκιά του καλοκαιριού.
Κάτω απ’ τη φλαμουριά, έβαλε ξύλινα παγκάκια. Εκεί μαζευόταν όλη η γειτονιά. Η Σουσάνα, η Χριστίνα του Θανασούλη, η Λούκη, η Πελάνα του Τσιρτσίρ, η Ευτυχία του Τερζή, η Ταμάρα, η Μαρία. Κάθονταν εκεί τα απογεύματα, μέσα στην ευωδιά και ξετύλιγαν ιστορίες. Μιλούσαν για τις Πατρίδες, για τα αρώματα που κουβαλούσαν μέσα τους, του βασιλικού και του γιασεμιού. Θυμόντουσαν τα καλά, μα και τα βάσανα που κουβαλούσαν οι δρόμοι της προσφυγιάς.
Κι εμείς, παιδιά τότε, καθόμασταν τριγύρω και τις ακούγαμε. Τις κοιτούσαμε με μάτια ορθάνοιχτα , μα ποιος να πιστέψει τέτοιες ιστορίες; Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, καταλαβαίναμε. Ήταν αληθινές. Κάθε λέξη κουβαλούσε μια ζωή. Κάθε αναστεναγμός, έναν τόπο που χάθηκε. Τα όνειρα που ταξιδεύουν
Στα μάτια των παιδιών του Μαυρονερίου ,οι Πατρίδες ήταν μια μακρινή γη, γεμάτη φως και ήχους που δεν είχαν ζήσει, μα ένιωθαν σαν να ανήκαν σε εκείνα.
Κάθε φορά που οι παππούδες τους μιλούσαν, τα όνειρα ταξίδευαν πέρα από τα σύνορα, πέρα από τις θάλασσες και τα βουνά.
Ήταν όνειρα για γαλήνη, για δουλειά στα χωράφια χωρίς φόβο, για παιδικά γέλια στις αυλές των σπιτιών, για μια ζωή που δεν κόπηκε βίαια.
Κι έτσι, κάθε νέος που μεγάλωνε στην αγκαλιά της παλιάς πατρίδας, κρατούσε μέσα του τη φλόγα της ελπίδας. Μια φλόγα που άναβε δρόμους, που έφτιαχνε γέφυρες, που υποσχόταν πως, όποια και αν είναι η μοίρα, το μέλλον μπορεί να γεννηθεί μέσα από τις στάχτες.
Η φλαμουριά στην αυλή έγινε το δέντρο της μνήμης. Το σημείο συνάντησης της παλιάς γενιάς με τη νέα. Ένας τόπος ιερός, όπου η μυρωδιά γινόταν γλώσσα και η σκιά της γινόταν αγκαλιά.
Ώσπου πέρασαν τα χρόνια. Μία-μία, οι γιαγιάδες έφυγαν. Έμεινε η φλαμουριά να τις θυμίζει. Μα κι αυτή γέρασε. Και μια μέρα, ένας δυνατός αέρας την έριξε, σαν να ’ταν πια κι εκείνη μια αδύναμη γριούλα που λύγισε.
Ο εγγονός της Άβελ Μαρίας, ο Χρήστος, δεν την άφησε να χαθεί. Στο ίδιο σημείο, έσκαψε με τα χέρια του τη γη και φύτεψε μια νέα φλαμουριά. Για να θυμάται. Για να μην ξεχάσει. Να συνεχίσει να μυρίζει η αυλή το φλαμούρι, να ακούγονται ξανά ιστορίες κι ας είναι άλλες οι φωνές.
Γιατί όσο ανθίζει η φλαμουριά, τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια.