Η Φωνή της Παρθένας Σαββίδου
Ήταν τα δύσκολα χρόνια , χρόνια ανέχειας, μόχθου και σιωπηλής αξιοπρέπειας. Λίγα μόνο χρόνια είχαν περάσει από τότε που οι οικογένειες ξεριζώθηκαν από τις χαμένες πατρίδες τους και βρήκαν καταφύγιο στον καινούργιο τόπο, που του έδωσαν το όνομα Μαυρονέρι.
Καύκασος, Πόντος, Τσάλκα, Ανατολική Θράκη… διαφορετικά τραγούδια, άλλες κουζίνες, διαφορετικές ευχές στα μωρά και τους νεόνυμφους. Κι όμως, σ’ αυτό το φτωχό χωριό έπρεπε να ριζώσουν, να ενωθούν, να γίνουν ένας λαός, ένα σώμα, μια φωνή. Τους ένωνε η δουλειά , στα χωράφια, στους στάβλους, στις αυλές με τα φασόλια απλωμένα στον ήλιο , και τους ένωνε η ανάγκη. Αλλά πιο πολύ τους ένωναν οι χαρές. Οι γάμοι, τα βαφτίσια, τα γλέντια… εκεί έσμιγαν οι καταγωγές .
Στους γάμους, το παλιό έθιμο “σατσού”, ή όπως αλλού το έλεγαν “κιουρούς” ή “δώρισμα”, στεκόταν σαν γέφυρα ανάμεσα στην παλιά ζωή και το νέο ξεκίνημα. Ήταν μια πράξη προσφοράς και μια πράξη ουσιαστικής αλληλεγγύης. Η κοινότητα έβαζε τα θεμέλια για το καινούργιο σπίτι, για τη νέα οικογένεια. Μετά τη στέψη, το γλέντι γινόταν σε μια μεγάλη αποθήκη . Εκεί έτρωγε κι έπινε όλο το χωριό και όταν οι ζουρνάδες του Σάββα του Ξενίδη και το νταούλι του Νικούς του Ξενίδη ξεσήκωναν τις παρέες, ξεκινούσαν και οι προετοιμασίες για το έθιμο.
Και τότε ήταν που έμπαινε στη μέση η Παρθένα.
Η Παρθένα η Σαββίδου, η μάνα του Νίκου και του Ηλία, γνωστή στο χωριό για τη δυναμική της παρουσία. Ήταν μαμή καθώς βοηθούσε τις γυναίκες να φέρνουν ζωή στον κόσμο, αλλά και σύμβουλος, παρηγορήτρα, γυναίκα με λόγο και νου. Και σ’ αυτό το έθιμο ήταν πάντα η φωνή του εθίμου “σατσού” . Ψηλή, με δυνατό βλέμμα και σταθερό βήμα, έπαιρνε τη θέση της στο κέντρο της αίθουσας, πλάι σε δυο συγγενείς που κρατούσαν ένα τετράδιο για να σημειώνουν τα δωρίσματα.
Η φωνή της Παρθένας δέσποζε στον χώρο. Με δυνατή φωνή και ζωντάνια έλεγε : «Το έθιμο είναι ευλογία! Είναι η αρχή του καλού, είναι το χέρι της μάνας, του πατέρα, του φίλου, του συγχωριανού που στηρίζει! Χαρίστε με την καρδιά σας και θα σας το επιστρέψει η ζωή!».
Και τότε, ένας-ένας, σαν σε τελετουργία, οι συγγενείς και οι φίλοι έρχονταν να δώσουν.
Η πρώτη που στάθηκε μπροστά της ήταν η μάνα του γαμπρού, η Δέσποινα, η γνωστή Τέπιτζη, και χάρισε μια ντουζίνα πρόβατα με τα αρνιά τους , δώρο σπάνιο, καρπός ζωής ολόκληρης.
Ο Ισαάκ, αδελφός του Χαράλαμπου, πρόσφερε μια χρυσή λίρα.
Η Μερτζάν, η αδελφή, έδωσε τεντζερέδες και ταψιά , ” να γεμίζουν με καλούδια, νύφε μ ‘ “, είπε. Συγγενής της νύφης, της Τατιανής, πρόσφερε μια γαζωτική μηχανή , “να ράβεις τα όνειρά σου”, ευχήθηκε.
Και η Παρθένα, με τη φωνή της γεμάτη παλμό και ειλικρίνεια, επαναλάμβανε μεγαλόφωνα κάθε δωρεά, κλείνοντας με την ευχή:
«Να ζήσουν και να ευτυχίσουν το νέο ζευγάρι και η χάρη αυτού που δωρίζει να φτάσει στα παιδιά του!» “Ους και σα παιδίαν ατς” .
Και μετά, με ρυθμό σχεδόν ποιητικό:
«Σαουλσούμ, βαουλσούμ, ελάτε να χαρίσετε!»
Και ο κόσμος ανταποκρινόταν.
Ο Αρίκος ο Χρυσοστομίδης δώρισε μια χάλκινη μπακίρα.
Ο Νεοκλής, ο αδελφός του, ένα ρολόι επιτραπέζιο.
Η Ανατολή η Αθανασιάδου του Κλημέντιου , ένα μύλο για στάρι .
Η Αναστασία η Ασλιχανίδου, ένα σίδερο με κάρβουνα .
Και μετά ήρθαν οι Κεσιδαίοι, οι Ξενιδαίοι, οι Παπαδόπουλοι, οι Ιορδανίδηδες, οι Σαχινίδηδες, όλο το χωριό.
Ο Ξενίδης ο Αζαρίας με τη Βαρβάρα – 100 δραχμές.
Ο Θεοδωρίδης ο Νικόλας , μια καλημέρα με καθρέφτη.
Ο Αρσένιος ο Αλεξιάδης , μια μεταλλική σκάφη.
Η Ναταλία η Καλτσίδου , ένα μαγκάλι .
Η Φανή η Κεκελέκη , έναν μύλο του καφέ.
Η Σοφία η Ανδρεανίδου ,γουδί με το γουδοχέρι .
Ο Νικόλας ο Παπαδόπουλος του Σάββα μια κρεμαστή πιατοθήκη .
Ο Νικόλας ο Αναστασιάδης , μια λεκάνη για ζύμωμα.
Ο Παύλος ο Σιδερίδης με τη Μαρία , ένα τσαγιερό.
Ο Θεόδωρος ο Τεκτονίδης με τη Συρματένια , 100 δραχμές.
Και κάθε φορά η Παρθένα τους καλούσε με εκείνο το τραγουδιστό της κάλεσμα, δίνοντάς τους κύρος και τιμή, βάζοντας στο έθιμο την αρχοντιά της ψυχής της. Δεν ήταν μόνο αναγγελία, ήταν ευλογία, ήταν ρόλος τιμητικός. Μια γυναίκα που είχε φέρει στον κόσμο τόσες ζωές, τώρα βάφτιζε με τη φωνή της ένα καινούργιο ξεκίνημα.
Έτσι, με τα δώρα του χωριού, το νέο σπιτικό έπαιρνε μορφή. Ένα ένα τα σκεύη, τα χρήματα, τα ζωντανά, οι ευχές έδιναν στους νεόνυμφους όχι μόνο πρακτικά εφόδια, αλλά και την αίσθηση ότι δεν είναι μόνοι.
Η Παρθένα έμεινε στη μνήμη όλων. Όχι μόνο ως η γυναίκα που έφερνε παιδιά στον κόσμο, που σκούπιζε δάκρυα, που έδινε συμβουλές με σοφία. Έμεινε ως η φωνή των γάμων, των ευχών, της κοινότητας.
Ήταν η Παρθένα του χωριού. Η Παρθένα που αν δεν φώναζε εκείνη, δεν ξεκινούσε το σατσού. Η Παρθένα που έδινε φωνή στην αλληλεγγύη.
Και όταν πια δεν ήταν κοντά τους, έλεγαν πως, στα γλέντια, κάτι από τη φωνή της ακόμα αντηχούσε:
«Σαουλσούμ, βαουλσούμ, ελάτε να χαρίσετε!»
Η Παρθένα Σαββίδου (1900-1985) ,ήταν η κόρη του Συμεών και της Μαγδαληνής Αλμασίδη . Ήρθε πρόσφυγας με τους γονείς της από το Χάσκιοϊ του Καρς του Καυκάσου στο Αποστολάρ και παντρεύτηκε με τον Χαράλαμπο Σαββίδη του Γεωργίου , πρόσφυγα επίσης από τα Αγούλια της Κολωνίας του Πόντου , στο Μαυρονέρι . Απέκτησαν δύο παιδιά , τον Ηλία, τον Σίμο και τον Νίκο .
Ελένη Τσιφτσόγλου- Παπαδοπούλου 2025