Η Χαμένη Γλώσσα του Μαυρονερίου.
Στο Μαυρονέρι, η γλωσσική κατάσταση παρουσίαζε μια ιδιαίτερη πολυμορφία. Η συνύπαρξη δύο γλωσσών, της ποντιακής και της Ουρούμικης , μιας παραλλαγής της τουρκικής αποτυπώνει την πολιτιστική κληρονομιά και την ιστορία των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο χωριό . Σύμφωνα με την παράδοση και τις μαρτυρίες ένα μεγάλο μέρος μιλούσε την Ουρούμικη και ένα μικρό την ποντιακή . Οι κάτοικοι του Μαυρονερίου προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές ,όπως τον Πόντο ,τον Καύκασο και την Τσάλκα της Γεωργίας . Μερικοί από αυτούς μιλούσαν την καθαρή ποντιακή διάλεκτο, που είναι παραλλαγή της ελληνικής γλώσσας με ρίζες στην αρχαία Ιωνική. Άλλοι ωστόσο είχαν ζήσει στις περιοχές του Καυκάσου όπου κυριαρχούσε η τουρκική γλώσσα . Έτσι αυτοί κατέληξαν να μιλούν μια μικτή διάλεκτο , την γνωστή Ουρούμ, η οποία βασίζεται στην δομή της τουρκικής γλώσσας
αλλά είχε και ποντιακά στοιχεία . Όταν εγκαταστάθηκαν στο Μαυρονέρι αυτοί οι τουρκόφωνοι Πόντιοι, συνέχισαν να μιλούν αυτήν την γλώσσα στην καθημερινή τους ζωή.
Η Ουρούμικη γλώσσα διατηρήθηκε για λόγους ευκολίας μεταξύ των ηλικιωμένων που δεν είχαν επαρκή γνώση της ελληνικής . Οι νέες γενιές έμαθαν ελληνικά μέσω του σχολείου, αλλά οι ηλικιωμένοι συνέχισαν να την χρησιμοποιούν στα καφενεία, στις αυλές τους , στις μεταξύ τους συναναστροφές .
Αντίθετα , όσοι προέρχονταν από περιοχές του Πόντου όπου κυριαρχούσε η ποντιακή διάλεκτος , συνέχισαν να την μιλούν και στο Μαυρονέρι.
Τα παιδιά που μεγάλωσαν στο Μαυρονέρι πήγαιναν σε ελληνικά σχολεία , όπου η μόνη επίσημη γλώσσα διδασκαλίας ήταν τα ελληνικά . Έτσι η νέα γενιά έμαθε να μιλά και να γράφει ελληνικά , γεγονός που τους απομάκρυνε από τις ουρούμικες και ποντιακές ρίζες τους.
Οι πρόσφυγες δεύτερης γενιάς ήθελαν να ενσωματωθούν στη νέα ελληνική κοινωνία , αισθάνονταν την ανάγκη να αποδείξουν την “ελληνικότητά ” τους και έτσι εγκατέλειψαν σταδιακά τις διαλέκτους τους .
Στο Μαυρονέρι όταν άρχισαν να φεύγουν από την ζωή οι ηλικιωμένοι, οι λέξεις και οι εκφράσεις που γνώριζαν χάθηκαν μαζί τους . Οι νεότερες γενιές δεν ένοιωσαν την ανάγκη να την διατηρήσουν , παρόλη την συναισθηματική σύνδεση .
Πολλοί από τους απογόνους των πρώτων προσφύγων ανακαλούν με συγκίνηση τις λέξεις που άκουγαν από τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους . Φράσεις όπως :
“Γουρμπάν να ίνουμε ” ( να γίνω θυσία για σένα )
” Έι κιτί τέ” ( επιφώνημα νοσταλγίας)
“Βάι- Βάι πασιμά”( αλίμονο , τι συμφορά )
ακούγονταν μέσα στα σπίτια του Μαυρονερίου , δημιουργώντας μια νοσταλγική αίσθηση παρελθόντος . Κάθε λέξη που επέζησε είχε έναν λόγο ύπαρξης . Περιέγραφε με ακρίβεια και συναίσθημα την πραγματικότητα των ανθρώπων αυτών .
Η απώλεια αυτής της γλωσσικής κληρονομιάς μοιάζει με απώλεια ενός μέρους της ταυτότητας .
Οι ποντιακές και οι ουρούμικες λέξεις ήταν εξαιρετικά
“στοχευμένες ” . Δηλαδή , μια λέξη μπορούσε να αποδώσει με μια μόνο έννοια ολόκληρο το νόημα μιας κατάστασης, μιας πράξης ή ενός συναισθήματος .
Παράδειγμα:
“ζαντός “( τρελός ). Ο όρος αναφέρεται απλώς στον “τρελό” αλλά μπορεί να υποδηλώνει την έννοια του ατόμου που δρα παράλογα , με υπερβολική ενέργεια ή είναι ενθουσιώδης .
Κουτσί μ ‘( η κόρη μου ) και τσικάρι μ’ ( η καρδιά μου ) είχαν μια τρυφερότητα ,ενώ αντίστοιχες ελληνικές δεν αποδίδουν την βαθιά συναισθηματική σημασία τους . “Πασκιτάν ” : Πρόκειται για το αποβουτυρωμένο στραγγιστό γιαούρτι ,που δεν έχει αντίστοιχη έννοια στην κοινή ελληνική γλώσσα .
“Αχούλ ” ( μυαλό ) Είναι δάνειο από την τουρκική (ακίλ),αλλά ενσωματώθηκε στην καθημερινή γλώσσα με ποντιακή προφορά .
Η ουρούμικη και η ποντιακή διάλεκτος δεν ήταν απλά δύο “ξένες” γλώσσες . Ήταν φορείς ιστορίας , ταυτότητας και μνήμης . Η ποντιακή παραμένει ζωντανή μέσα από τα τραγούδια , τα κάλαντα και την ποντιακή λογοτεχνία . Η ουρούμικη όμως ξεψύχησε .
Τα παιδιά και τα εγγόνια δεν μίλησαν τη γλώσσα των παππούδων τους και οι λέξεις που κάποτε αντηχούσαν στις αυλές και στα χωράφια έσβησαν .
Κάθε λέξη που διασώζεται είναι σαν να διασώζεται μια φωνή του παρελθόντος.
Η φράση ” Γουρμπάν να ίνουμε ” (να γίνω θυσία για σένα ) μπορεί να έχει σιγήσει στις αυλές των σπιτιών, αλλά η ουσία της αγάπης, της φροντίδας και της προσφοράς παραμένει αθάνατη στην ψυχή των απογόνων !