Θέρος Τρύγος Πόλεμος .
Και οι τρεις καταστάσεις απαιτούν ισάξια την μέγιστη κινητοποίηση .
Το Θέρος ήταν από πάντα μεγάλο γεγονός και κρατούσε όλη την οικογένεια , σε εγρήγορση αφού ήταν και είναι πιο σημαντική καλλιέργεια και παραγωγή . Το ψωμάκι μας . Που βγαίνει από το σιτάρι , τον χρυσό της Ελληνικής γης. Αυτό το ευλογημένο σιτάρι, καθόρισε την τύχη και την πορεία πολλών λαών .
“Οίνος καρδίαν ανθρώπου ευφραίνει , αλλά άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει ” !
Στην αρχή του φθινοπώρου ξεκινούσαν τις προετοιμασίες για το σπάρσιμο των χωραφιών .
Τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς είχαν τα άλογα , τα βόδια και τις αγελάδες για να τραβάνε το υνί και να καλλιεργήσουν την γη. Πολύ δύσκολη αυτή η εργασία που ήταν απαραίτητη να καρπίσει η γη . Με πολύ αγώνα και ιδρώτα έφτανε η ώρα του θερισμού . Το σιτάρι δεν ήταν μόνο για ψωμί αλλά και ανταλλακτικό προϊόν από τα πλέον ζητούμενα .
Οικογένειες – οικογένειες πήγαιναν στο χωράφι να θερίσουν με τα δικράνια και να τα πάνε στους αλωνότοπους να τα λυχνίσουν. Εκεί έβγαινε το στάρι ή το κριθάρι που ήταν πολύτιμοι καρποί της μάνας γης. Στο χωράφι έριξαν πολύ ιδρώτα οι γονείς μας για να θερίσουν και να μαζέψουν τα μπασάκια , που ήταν ριγμένα στάχυα στο χωράφι .
Πρωταγωνιστικό ρόλο στον θερισμό και στον αλωνισμό είχαν οι γυναίκες και οι νέες κοπέλες. Με το κύριο εργαλείο στο χέρι τους το καγάν (δρεπάνι ) ξεκινούσαν από την αρχή του χωραφιού μέχρι το τέλος του . Φορώντας άσπρες μαντήλες και καπέλα έκαναν την κοπιαστική αυτή δουλειά . Σκυμμένες συνεχώς μέσα στην ζέστη τού καλοκαιριού με τον ιδρώτα να τρέχει από τα μάγουλά τους .
Οι άνδρες με το μαντήλι στο κεφάλι δεμένο μπρος- πίσω έφτιαχναν τα δεμάτια και τις θημωνιές που τις έλεγαν κουμπούλες. Προχωρούσαν πολύ στην δουλειά και μετά από ώρες έστρωναν το τραπεζομάντηλο στον ίσκιο ενός δέντρου στο χώμα και γεύονταν το ζυμωτό ψωμί , τις ελιές , τις παστές σαρδέλες , το σπιτικό τυρί , την ρέγγα .
Έτσι έκαναν ένα διάλειμμα από την επίπονη εργασία και έπαιρναν μια ανάσα μέχρι να ξαναβγούν στο καμίνι .Τα γέλια έδιναν και έπαιρναν και όλοι είχαν υπομονή και προσμονή για το τέλος της μέρας .
Κάτω στον κάμπο στα Τσαΐρια έβλεπες τους Μαυρονεριώτες να πασχίζουν για το ψωμί τους . Είχαν μεγάλη αντοχή κάτω από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου .
Ο Νικόλας ο Παπαδόπουλος με την Άβελ Μαρία και τα παιδιά τους τον Γρηγόρη , τον Μήτσο , τον Άβελ και την Σόφη .
Στο διπλανό χωράφι μέσα στο κατακίτρινο χαλί ο Θόδωρος ο Παπαδόπουλος με την γυναίκα του και τα παιδιά τους τον Σαββούλη , την Μάρω και την Φρίντα .
Πιο πέρα ο Τριαντάφυλλος Γαβριηλίδης με την Κυριακίτσα και τα μικρά τους τον Αντώνη , την Χρυσούλα , την Δέσποινα και τον Ηλία, φόρτωναν στο κάρο τα δεμάτια . Είχαν τελειώσει από το Τσαΐρ και πήγαιναν για τα αλώνια .
Τραγουδούσαν όλοι και έτσι έδιναν στην καρδιά τους χαρούμενες νότες για να αντέχει .
Αν κάποια οικογένεια δεν προλάβαινε να τελειώσει τα χωράφια της τότε χωρίς αμοιβή όλοι βοηθούσαν . Άλλωστε έχουμε πει ότι οι Μαυρονεριώτες είχαν ανεπτυγμένο το αίσθημα της αλληλοβοήθειας.
Μετά τον θερισμό που κρατούσε πολλές μέρες ξεκινούσε ο αλωνισμός.
Κουβαλούσαν με τους αρα(μ)πάδες τα στάχυα και τα τοποθετούσαν σε τόπους που λέγονταν αλώνια .Τα αλώνια ήταν πάντα στρογγυλά και ήταν πάντα εκεί όπου φυσούσε ο αέρας .
Εκεί γινόταν ο ξεχωρισμός του σταριού από το άχυρο . Με το δεκράνν ,το βούλκαν όπως το έλεγαν , έριχναν τα στάχυα στο αλώνι που ήταν ένα καθαρό ανοικτό και ψηλό μέρος στο οικόπεδό του.
Με μια μεγάλη ξύλινη σανίδα που είχε μυτερές πέτρες έτριβαν τα στάχυα και ξεχώριζε το στάρι . Αυτήν την εργασία την έκανε το άλογο ή το βόδι και πίσω ήταν κάποιος που καθοδηγούσε το ζώο γύρω- γύρω .
Μετά ακολουθούσε άλλη επίπονη δουλειά συνήθως το απόγευμα που είχε λίγο αεράκι και έτσι λίχνιζαν , ιβόριζαν όπως έλεγαν τα στάχυα . Η λέξη ιβορίζω και βορίζω προέρχεται από την λέξη βορέας που σημαίνει αέρας . Άρα περίμεναν τον αέρα για να ιβορίσουν .
Ο αέρας έπαιρνε τα άχυρα και έμεναν κάτω τα στάρια . Μετά τσουβάλιαζαν , κουβαλούσαν , άδειαζαν ξανά , έπλεναν το στάρι ή το κριθάρι, το άπλωναν να στεγνώσει και το ξανά τσουβάλιαζαν . Έτσι το πήγαιναν στο σπίτι και το άδειαζαν στα αμπάρια . Κρατούσαν στάρι για την σπορά της νέας χρονιάς και έβαζαν το άχυρο στον αχερώνα .
Κουραστήκατε ! Και δεν είστε εκεί έξω στο λιοπύρι . Έτσι μέσα στην ανέχειά τους και τα λιγοστά αγαθά είχαν περίσσεια και την κούρασή τους . Αυτός ο παραδοσιακός τρόπος θερισμού και αλωνισμού έχει υμνηθεί από όλους . Και έχουν γραφτεί πολλά τραγούδια . Αυτός ο αρχαίος πόλεμος για το ψωμί είχε νικητές και νικημένους . Νικητές ήταν όσοι άντεχαν . Και άντεχαν όλοι. Οι Μαυρονεριώτες ήξεραν ότι η γη δεν χαρίζει τίποτα χωρίς ιδρώτα . Ήξεραν πως αν δεν χτυπήσει το «καγάν» στο στάχυ το ψωμί δεν έρχεται στο σπίτι .
Μετά από χρόνια από το 1960 και μετά έγινε η εκμηχάνιση της γεωργικής παραγωγής και ξεκουράστηκαν λίγο τα σώματα των γεωργών προγόνων μας .Ο αέρας δεν χρειαζόταν πια , ούτε ο κύκλος του αλόγου .
Ήρθε πρώτα η Πατόζα που αλώνιζε και μετά ήρθε μια άλλη Κυρία , η Κουμπίνα που θέριζε και αλώνιζε.
Έζησαν δύσκολα χρόνια οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας .
Και σαν παιδάκια της εποχής εκείνης τυραννήθηκαν μαζί τους μέσα στο καυτό καλοκαίρι οι μπαμπάδες μας και οι μαμάδες μας .
Έζησαν όμορφες , ανέμελες αν και κοπιαστικές μέρες του Ιουλίου στα χωράφια, στα αλώνια , στα ξέφωτα του χωριού .
Όμως είχαν πάντα το χαμόγελο και την αισιοδοξία παρόλο που έζησαν σε αυτό το κοπιαστικό αλλά όμορφο παρελθόν .