Ιστορίες της Γιαγιάς Χριστίνας γύρω από το Μαγκάλι 

Ιστορίες της Γιαγιάς Χριστίνας γύρω από το Μαγκάλι 

Καθόμαστε γύρω από το μαγκάλι, με τις κάλτσες μας βρεγμένες από το χιόνι που φέραμε απ’ την αυλή. Η γιαγιά, δίπλα στη φωτιά, έχει στρώσει τα ρετάλια στο χαμηλό τραπέζι. Τα χέρια της δουλεύουν, αλλά το μυαλό της ταξιδεύει. 

«Στο Χάσκιοϊ…» αρχίζει να λέει, κι εμείς κρατάμε την ανάσα μας, γιατί ξέρουμε πως τώρα θα ανοίξει η πόρτα για τα παλιά. 

«Στο Χάσκιοϊ ,παιδάκια μου, τα σπίτια ήταν πέτρινα, χαμηλά, με κεραμίδια βαριά, να κρατούν το χιόνι. Είχαμε αυλές πλατιές , μέσα ζούσαμε μαζί με τα πρόβατα, τις κότες, τις γάτες. Όλα δικά μας ήταν . Μια γειτονιά ήμασταν. Αν πεινούσε ο ένας, έδινε ο άλλος.» 

Κάνει μια παύση, τεντώνει τη ραφή στη φούστα που μεταποιεί σε μαξιλαροθήκη. 

«Θυμάμαι τη μάνα μου, την Ξενίδου τη Σουσάνα  . Έστρωνε τραπέζι κι όποιος περνούσε, κάθονταν να φάει. Το ψωμί μύριζε στάρι δικό μας ,το αλεύρι το κοσκινίζαμε με κόσκινο που το είχε φτιάξει ο πατέρας μου, ο Σάββας . Είχαμε αλώνια και  είχαμε και χαρά.» 

Σηκώνεται, πάει στο σεντούκι, βγάζει ένα κομμάτι υφαντό κι είναι σαν να βγάζει μαζί κι ένα κομμάτι πατρίδα. 

«Αυτό; Το είχα στο μπαούλο από τότε. Το έφερα μαζί μου, σαν περάσαμε στη θάλασσα.  

Τα μάτια της θολώνουν για λίγο. Μετά σφίγγει το στόμα, να μην της φύγει το δάκρυ. 

«Στην αυλή είχαμε μια καρυδιά ψηλή.  Εκεί κάθονταν οι άντρες το καλοκαίρι, έπιναν τον καφέ τους  κι έλεγαν τα νέα. Τα παιδιά έτρεχαν ξυπόλυτα, γεμάτα σκόνη και χαρά. Το βράδυ κοιμόμασταν όλοι μαζί, στρωματσάδα, και το παράθυρο άφηνε μέσα τον αέρα του κάμπου. Ξυπνούσαμε με το λάλημα του κόκορα, πριν βγει ο ήλιος ,να βγάλουμε τα πρόβατα στα χωράφια. 

Παίρνει μια βελονιά ακόμα. Σαν να ράβει πάνω στο ύφασμα κι αυτές τις εικόνες ,να μην ξεχαστούν. 

«Τώρα, ό,τι απόμεινε είναι τούτα δω τα κουρέλια. Μα εγώ, άμα τα ράψω, γίνονται πάπλωμα. Και κάτω από αυτό το πάπλωμα κοιμόμαστε όλοι μαζί. Ο τόπος μας, οι άνθρωποί μας, οι χαρές μας ,όλα εδώ, να μας σκεπάζουν». 

«Το πρώτο μας σπίτι, παιδάκια μου ήταν από πλιθιά . Στρώσαμε κουρελούδες στο χώμα, βάλαμε τα μπαούλα για μαξιλάρια και κοιμόμασταν αγκαλιά, να ζεσταθούμε. Η μάνα μου έλεγε: “Θα το φτιάξουμε, Χριστίνα μου, θα το κάνουμε σπίτι.” Κι έτσι έγινε. 

Ο παππούς σας, ο Σάββας, πήρε ξύλα , πήρε πέτρες από το ρέμα και συμπλήρωσε αποθήκες και κουζινάκια . Μαζί με τους γείτονες, όλοι μαζί, γιατί έτσι χτίζονταν τα χωριά τότε. Μια μέρα στον έναν, την άλλη μέρα στον άλλον. Όποιος είχε δυο χέρια, τα έδινε. Έμπαινε το φως μέσα στο σπίτι  κι εμείς  γελούσαμε  μέσα στο χώμα και  νιώθαμε πλούσιοι. 

Στην αυλή είχαμε σκάψει ένα λάκκο για νερό. Αργότερα ένα πηγάδι , μια βρύση, με τον κουβά το βγάζαμε. Πλέναμε ρούχα στον τενεκέ, τα κρεμούσαμε στις αγριοαχλαδιές να στεγνώσουν. Από δίπλα, οι πρώτες κότες μας , τα πρώτα πρόβατα που  ξαναστήσαμε το βιός μας. 

Το βράδυ, μαζευόμασταν όλοι γύρω απ’ τη λάμπα πετρελαίου. Άναβα τη ραπτομηχανή του χεριού . Με αυτή έραψα την πρώτη ποδιά για τη μάνα μου, μ’ αυτή έραψα τα πρώτα μαξιλάρια για το σπίτι . Και ήταν  παλάτι , γιατί ήταν δικό μας . 

Έτσι στήσαμε το πρώτο μας σπίτι. Στάβλο το βρήκαμε, σπίτι το κάναμε, παλάτι το νιώθαμε. Γιατί μέσα είχε γέλια, είχε παιδικά χέρια, είχε μυρωδιά από φρεσκοζυμωμένο ψωμί και χορτάρι κομμένο. Αυτό ήθελα μόνο. Να ‘χω στέγη και φως. Όλα τ’ άλλα τα φτιάχνουν τα χέρια…» 

Κι ύστερα γελάει , ένα γέλιο που μοιάζει με φως.  

“Να τα θυμάστε τα παλιά , να τα λέτε στα παιδιά σας. Για να ρωτάνε κι εκείνα, όπως ρωτάτε εσείς. Μόνο τότε δε χάνονται». 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή