Λεξιλόγιο στο Μαυρονέρι .
Το λεξιλόγιο του Μαυρονερίου αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία της πολιτισμικής και γλωσσικής κληρονομιάς που οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί τους .
Οι περισσότεροι πρόσφυγες μιλούσαν την διάλεκτο της τουρκικής γλώσσας και κάποιοι την ποντιακή . Οι γνώστες αυτής της Τουρκικής διαλέκτου χρησιμοποιούσαν και λέξεις της ποντιακής γλώσσας . Ήταν κατάλοιπα από την πρώτη τους πατρίδα τον Πόντο . Έτσι ανάμεσα στις τουρκικές λέξεις, “Ουρούμικης” διαλέκτου, έβαζαν και τις ποντιακές . Οι Πόντιοι Χριστιανοί που μιλούσαν τουρκικά αποκαλούνταν Ουρούμ.Αυτό το γλωσσικό κράμα άντεξε για λίγες δεκαετίες ,κυρίως χάρη στην συνύπαρξη των παλαιότερων γενεών που τη χρησιμοποιούσαν στις συναναστροφές τους . Ωστόσο η γλώσσα άρχισε να φθίνει με την πάροδο του χρόνου , καθώς οι νεότερες γενιές δεν ένοιωσαν την ανάγκη να διατηρήσουν αυτόν τον γλωσσικό πλούτο.
Θα συλλέξουμε μερικές από αυτές και μερικές εκφράσεις της καθημερινής τους ζωής.
Έτσι έχουμε :
Α
αγνός =περίεργος
άγουρος =άνδρας
άχαρος =δυστυχής
αχούλ =μυαλό
αγράσκεμος =άσχημος
άκλερεσα =καημένη
αφορισμέντσα =πανέξυπνη
αλάι =συνοδεία
αμπάρ =αμπάρι
αναλέσα =
αρα(μ)πάς =άμαξα
αβαρέσα =χασομέρισα
αγγούριν=αγγούρι
ασκεμέσα =άσκημη
αφεντάδες =τα αρσενικά μέλη της οικογένειας για την νύφη
αφορισμένος =καταραμένος
Γ
γιοργάνια=παπλώματα
γούζεψα =θύμωσα
γιαβρούμ=μωρό μου
γουντουρεύω =ξεσηκώνομαι
γουρμπάν =να σε χαρώ
γιατάκ=κρεββάτι
Δ
δεσκάλ ‘=δάσκαλοι
δασκάλτσα =δασκάλα
δικέλ =τσάπα
δικράν=ξύλινο εργαλείο σε σχήμα διχάλας
δουρβάνν=ξύλινο δοχείο για το βούτυρο
δουρβανίζω=κτυπώ με το δουρβάνν για να κάνω βούτυρο
δεξαμέντσα =νουνά
δεξάμενος =νουνός
Ε
ετοχτώθεν =χτύπησε
εντόκα =χτύπησα
ενεγκάστα =κουράστηκα
εγουντούρεψα =κάνω τρέλες
ετσέρτσα =έσκισα
Ζ
ζαχάρ =ζάχαρη
ζατί =μα
ζαντός=τρελός
Ι
ιστέ=ορίστε , δηλαδή
Κ
κατσία=πρόσωπο
κεβεζές =πολυλογάς
κεβεζού =πολυλογού
κουτσήμ =η κόρη μου
κεντέας=τσουκνίδες (και κιντέατα)
κλαινίζω =κάνω κάποιον να κλαίει
κοκκίμελο =κορόμηλο
κουρτώ =καταπίνω
κουσκούρια =αποξηραμένες κοπριέ ζώων
κούτσες =μυρμηγκίες
κύρης =πατέρας , ο πεθερός
κοιμού=κοιμήσου
κοντέσα =κοντή
κόπρον =κοπριά
κορίτς=κορίτσι
κοσάρα=κότα
κερκέλ=κουλούρι
κιφάλ=κεφάλι
κουρτώ=καταπίνω (εκούρτεψα =κατάπια )
καγάν =δεκράνι
Λ
λανάρ’ =οικιακό εργαλείο για λανάρισμα του μαλλιού
λαλία=φωνή
λαχμάζω =λαχανιάζω
λογαρία=λογαριασμός
Μ
μαχανάς =αφορμή , δικαιολογία
μάισσα =μάγισσα
μούτσα =έκζεμα , λειχήνα
μουσκάρ=μοσχάρι
Ν
νέησα =νέα
Ξ
ξύγαλαν =το γιαούρτι ή και γιογούρτ
ξυλάγκ =ξύλινο δοχείο
ξενιτία =ξενιτιά
Ο
ομούτ=ελπίδα
οκνέσα=τεμπέλα
Π
περισσάν =φουκαράς
πιρπιρίμα =γλυστρίδες
πισία =πλατιές τηγανίτες με ζάχαρη ή μέλι
πιροσκί =τηγανητά τυροπιτάκια
παχτσές =κήπος
πασκιτάν =αποβουτυρωμένο στραγγιστό αλατισμένο γιαούρτι
πορανία =φαγητό με χόρτα ή παντζαρόφυλλα με βούτυρο και περιχυμένο με πασκιτάν
πουγαλεμέντσα =αγανακτισμένη
πασά ‘ μ =αδελφέ μου
παρταπάς=ακατάστατος
Σ
σαλαχανάς =αργόσχολος
σέφτελος =ανόητος
σέφτελέσα =κοιμισμένη
σασεύω =σαστίζω (και εσάσεψα)
Τ
τσαχάλκο =άβγαλτο
ταβάς=τηγάνι
ταρέζ=ντουλάπι
τερώ =βλέπω
τσερίζω =ξεσκίζω
τσαζού =μάγισσα ,κολπαδόρα
τσάλτικα =παιγνίδι παιδικό , τσαλίκι
τσαμούρ =λάσπη
τεμέλ=θεμέλιο
τσούνα =η σκύλα
τσορκάνιζαν =έσερναν
τσαΐρια =βοσκοτόπια
τουσέκ =στρώμα
τσατσαλέσα =γυμνή
τσικάριμ ‘=καρδιά μου
τσιριχτά =λουκουμάδες
Υ
υλιστόν =στραγγιστό γιαούρτι
Χ
χαπάρ=είδηση
χαρά =γάμος
Εκφράσεις που χρησιμοποιούνται :
Γουρμπάν να ίνουμε =να γίνω θυσία για σένα
Έϊ κιτί τέ= επιφώνημα νοσταλγίας
Νασάν =είθε , μακάρι όπως νασάν εσέν
Βάι-βάι πασιμά=αλοίμονο ,τι συμφορά
‘Ω καντάρ παρά ώ καντάρ μπογιά =επίρρημα για μεγάλη ποσότητα
Τεντζερί γιουβαρλαΐ καπαά μπουλντού δηλαδή κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι του ( για τους ταιριαστούς ανθρώπους).
Παπά αγναά σικίμ : είναι βρισιά
Ίτ σοί: σκυλίσιο σόι ,είναι βρισιά
Ανανίν κιοτίν , ανά σικίμ : είναι βρισιές
Αυτό το γλωσσικό υλικό αντικατοπτρίζει την καθημερινή ζωή των προσφύγων στο Μαυρονέρι. Το λεξιλόγιο φέρνει μνήμες , πολιτιστική ταυτότητα και συναισθηματική φόρτιση.