Μια Αλλιώτικη Βασιλόπιτα .
Κόντευαν Χριστούγεννα και η δασκάλα στο σχολείο ζήτησε από τους μαθητές να ρωτήσουν τις μαμάδες τους και να γράψουν την συνταγή για την βασιλόπιτα .
Την επόμενη μέρα στο σχολείο τα παιδιά είχαν φέρει την συνταγή τους και την διάβαζαν στη δασκάλα.
Κάποιες νοικοκυρές έφτιαχναν τις παραδοσιακές βασιλόπιτες του τόπου τους , άλλες ήταν τσουρέκι με καρύδια και σταφίδες , άλλες ήταν αλμυρές με μυζήθρα όπως ήταν η παραδοσιακή ποντιακή και άλλες ήταν με φύλλα και ένα υλικό που το έλεγαν “χορ” .
Όλες όμως είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό στο τέλος της συνταγής , έγραφαν για το νόμισμα, που έβαζαν πάντα μέσα στην πίτα .
Η συνταγή που έγραψε ο Χρήστος ο Παπαδόπουλος του Άβελ και της Μαιρούλας ο γιός ήταν πολύ ιδιαίτερη ,πρωτότυπη και παραξένεψε την δασκάλα . Γνώριζε για τις δύο άλλες παραλλαγές αλλά για την βασιλόπιτα αυτήν ήθελε να μάθει τα πάντα .
Έτσι αφού διάβασε την συνταγή έκανε μια επίσκεψη στο σπίτι του Χρηστάκη και μίλησε με την γιαγιά του Χριστίνα Θεοδωρίδου και την μαμά του Μαιρούλα Παπαδοπούλου. Η δασκάλα έδειξε ενδιαφέρον για την παρασκευή της πίτας και κάποια μέρα είδε όλη την διαδικασία .
Πρώτα έψηναν το αλεύρι στο τηγάνι μετά έριχναν το βούτυρο κουταλιά -κουταλιά και αφού γινόταν μείγμα ενιαίο , έριχναν την ζάχαρη. Αυτό το ονόμαζαν “χορ”.
Στην συνέχεια σε ένα στρογγυλό ταψί έστρωναν τα έτοιμα προψημένα φύλλα ή έφτιαχναν εκείνη την ώρα και ανάμεσά τους έβαζαν το “χορ” με καρύδια , σταφίδες, κανέλλα και σουσάμι . Σε κάποιο φύλλο ανάμεσα έκρυβαν και το νόμισμα και την έψηναν .
Αυτήν την συνταγή την έφεραν από την Πατρίδα τους ,που ήταν το Χάσκιοϊ του Καρς στον Καύκασο . Η γιαγιά Χριστίνα έλεγε πως ζούσαν κοντά με Αρμένιους και από αυτούς έμαθαν αυτές τις συνταγές . Η δασκάλα ενθουσιάστηκε με την αλλιώτικη αυτήν βασιλόπιτα και κράτησε σημειώσεις. Έτσι ξεκίνησε η δασκάλα το ταξίδι της στην παράδοση της οικογένειας .
Το βράδυ της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς την έκοβε ο μπαμπάς της οικογένειας και έβγαζε τα κομμάτια για τον καθένα . Πρώτα για τον Χριστό , μετά για το σπίτι και μετά για όλους τους σπιτικούς . Ο καθένας έψαχνε για να δει αν τού έπεσε το φλουρί .Αλλά ο τυχερός πάντα ήταν μόνο ένας . Ο μη κερδίζων αρκούνταν στο να απολαύσει το νόστιμο εύγευστο κομμάτι της αλλιώτικης αυτής βασιλόπιτας.
Αυτή η βασιλόπιτα με την ιστορία της και τη γεύση της , έγινε μέρος της κληρονομιάς του χωριού . Ένα κομμάτι από το παρελθόν που ζούσε, μοιραζόταν και αναβίωνε στο τραπέζι των Μαυρονεριωτών.
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
Έτος 2024