Οι Άνθρωποι του Τριορ. Ιστορία από το Μαυρονέρι.
Στο Μαυρονέρι, ο σπόρος δεν ήταν μια χούφτα στάρι. Ήταν αυτό που θα έμπαινε στο αυλάκι, που θα μεγάλωνε με τον καιρό, που θα έφερνε καρπό στο σπίτι, στο ζύμωμα, στο τραπέζι.
Ο σπόρος δεν έπρεπε να είναι τυχαίος. Έπρεπε να είναι καθαρός και δυνατός. Κι εκεί ερχόταν το τριορ, μια μηχανή που μύριζε λάδι, μεταλλικό τρίξιμο και ιδρώτα κι έκανε όλη τη διαφορά με τα κόσκινά του . Στα χέρια των σωστών ανθρώπων, το τριορ ξεχώριζε το σιτάρι από τα άγανα, από τις πέτρες και τα σκουλήκια. Μαζί με τον καθαρισμό γινόταν και ο εμπλουτισμός του με μια λεπτή σκόνη , την δαβλιτίνη ,που το προστάτευε από ασθένειες .
Κι οι σωστοί άνθρωποι, για χρόνια πολλά, ήταν οι Αδελφοί Σαββίδη, ο Ηλίας και ο Νίκος. Ο Νίκος Σαββίδης δεν μπορούσε να περπατήσει σαν τους άλλους. Τα πόδια του τον πρόδωσαν νωρίς. Κι όμως, ήταν πάντα εκεί. Στην αποθήκη, κοντά στο μηχάνημα, με βλέμμα προσηλωμένο, με χέρια δραστήρια.
Καθόταν σε ένα σκαμνί πλάι στον μεταλλικό γίγαντα και κρατούσε την ισορροπία της δουλειάς. Έβαζε σακιά, μοίραζε ποσότητες, έβλεπε αν η ροή ήταν σωστή.
Ο Ηλίας, ο αδελφός του, γεροδεμένος, του έριχνε πάντα μια ματιά με εκείνη την αδερφική συνεννόηση. Χωρίς λόγια. Όταν ο ένας κουραζόταν άρχιζε ο άλλος .
Το τριόρ δεν ήταν εύκολο πράμα. Μούγκριζε σαν ζωντανό, ήθελε λάδωμα, έλεγχο, θέληση. Οι Σαββίδηδες το γνώριζαν σαν να ήταν δικό τους παιδί. Το είχαν στα χέρια τους μα και στο μυαλό τους. Ήταν ένα κομμάτι της ταυτότητάς τους.
Και όταν το χωριό ήθελε να καθαρίσει σπόρο, τους καλούσε με σεβασμό. Έφερναν το μηχάνημα, το στήνανε και ξεκινούσε. Το τριορ ανέμιζε τα ελαφριά στάρια και άφηνε να πέσει μόνο το γερό, το καθαρό, το σίγουρο. Στο τέλος, έμενε μόνο αυτό που άξιζε να μπει στο χώμα.
Οι Αδελφοί Σαββίδη δεν περιορίστηκαν στο δικό τους χωριό. Πήγαιναν με το τριορ στα γύρω χωριά κουβαλώντας μαζί τους τη φήμη τους. Εκεί, οι νοικοκυραίοι τους περίμεναν, με τον σεβασμό που είχαν οι παλιοί για τους ανθρώπους που έκαναν τη δουλειά τους τίμια και σωστά.
Έστηναν το μηχάνημα όπου βόλευε και το ίδιο έργο ξανάρχιζε. Παιδιά τριγύρω, μυρωδιά από στάρι, φωνές, κουβέντες, σάκοι στοιβαγμένοι.
Μια φωτογραφία έμεινε πίσω. Ο Ηλίας μπροστά και ο Νίκος δίπλα στο τριορ. Δεν φορούν επίσημα ρούχα , είναι με τα ρούχα της δουλειάς, του μεροκάματου, της ζωής. Η φωτογραφία αυτή είναι κάδρο και μνήμη και απόδειξη.
Στο Μαυρονέρι, αργότερα , τριορ είχαν ο Μήτσος Παπαδόπουλος και ο Βαγγέλης ο Καλτσίδης . Κι αυτοί, με τη σειρά τους, το σεβάστηκαν, το συνέχισαν, το κράτησαν ζωντανό. Ήξεραν ότι δεν ήταν μόνο μηχάνημα, ήταν κληρονομιά. Το λειτούργησαν όπως του άξιζε. Με επιμέλεια, με τιμιότητα, με την ίδια προσφορά προς τον αγρότη.
Σήμερα, το τριορ μπορεί να είναι σβηστό. Η σκουριά να το έχει αγγίξει. Κανένας δεν το περιμένει πια στην αυλή του. Κι όμως, το όνομά του ζει στις κουβέντες.
Ζει στις μνήμες των παιδιών που κουβαλούσαν σακιά. Στις ιστορίες που λέγονται γύρω από ένα τραπέζι. Στις παλιές φωτογραφίες που φυλάγονται μαζί με άλλες .
Γιατί, τελικά, οι μηχανές ξεκουράζονται, αλλά οι άνθρωποι που τις δούλεψαν με καρδιά μένουν στις ρίζες του τόπου.
Πίσω από κάθε σακί που έβγαινε από το τριορ, υπήρχε και μια φωνή που ηχούσε σαν καμπανάκι στην αυλή:
«Μην παίζετε στα στάρια! Έχει μέσα δαβλιτίνη, είναι δηλητήριο!»
Οι μανάδες μας, οι γιαγιάδες, με ποδιά δεμένη στη μέση και φωνή ανακατεμένη με φροντίδα και φόβο, μας μάλωναν ,όχι από κακία, αλλά από εκείνη την αγωνία της μάνας που θέλει να προλάβει το κακό πριν γίνει.
Και πού να καταλάβει το παιδί…
Το στάρι έμοιαζε χρυσάφι, μαλακό, παιχνίδι. Η μυρωδιά του όμως, αυτή η αλλιώτικη μυρωδιά της δαβλιτίνης, σου έκαιγε τα ρουθούνια.
Ήταν το σημάδι πως το σιτάρι ήταν έτοιμο για το χώμα ,αλλά όχι για τα παιδικά χέρια.
Μας έδιωχναν, μας μάλωναν, κι εμείς, μισοθυμωμένα, μισοτρομαγμένα, φεύγαμε, αλλά πάντα κρυφοκοιτούσαμε. Ξέραμε, μέσα μας, πως κάτι σοβαρό συνέβαινε εκεί. Κάτι ιερό και επικίνδυνο μαζί.
Και τώρα, χρόνια μετά, καθώς κρατάμε στα χέρια μας τα δικά μας παιδιά και εγγόνια, θυμόμαστε εκείνη τη φωνή σαν προσευχή αγάπης:
«Μην παίζετε στα στάρια…»
Ελένη Τσιφτσόγλου- Παπαδοπούλου 2025