Οι Αρα(μ)πάδες  του Μαυρονερίου  

Οι Αρα(μ)πάδες  του Μαυρονερίου  

Στο Μαυρονέρι,  αν γυρίσουμε το χρόνο πίσω , οι δρόμοι του χωριού ήταν γεμάτοι με τον ήχο των αλόγων και των μουλαριών , καθώς τα κάρα, οι αρα(μ)πάδες, όπως τα αποκαλούσαν ,περνούσαν αργά και σταθερά , μεταφέροντας ανθρώπους και αγαθά από το ένα σημείο στο άλλο . Ο ηνίοχος ήταν πάντα ένας χωριανός που καμτσίκωνε το άλογο με το καμτσίκκ και το τσιγκλούσε με την φκέντρα .  Το άλογο,  αν και κουρασμένο, συνέχιζε το ταξίδι του , προχωρώντας προς τον προορισμό του με μια αφοσίωση, που μόνο τα ζώα γνωρίζουν . Το ξύλινο  κάρο ήταν πολλές φορές  απλό ξύλινο  και λίγες  φορές περίτεχνα στολισμένο  . 

  Οι μετακινήσεις των Μαυρονεριωτών  τον τότε καιρό γίνονταν με τα άλογα και τα κάρα. Επίσης η μεταφορά φορτίων όπως τσουβάλια με δημητριακά και άχυρα από το χωράφι  στο σπίτι γίνονταν με τα κάρα .Οι επισκέψεις στον μύλο του χωριού ή στα διπλανά χωριά  εξυπηρετούνταν μόνο με τα κάρα . 

 Τα ζώα ήταν το πρώτο μεταφορικό μέσο που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος στην ξηρά . Η ανακάλυψη του τροχού έδωσε καινούργια δυναμική στις μετακινήσεις των ανθρώπων. 

Άλογα , μουλάρια , γαϊδούρια βοήθησαν σε αυτά τα δύσκολα ταξίδια . Έζεβαν το κάρο με ό,τι ζώο δυνατό είχε ο καθένας . Ο Τοντόρ ο Θεοδωρίδης είχε μουλάρια και άλογα , ο Σεμερτζίδης μουλάρια , ο Αντίκας ο Αντωνιάδης μουλάρια,  ο Μανώλης Γεωργιάδης του Κιοσσέ είχε μουλάρια και μετά άλογα .  

Επίσης για την σπορά και το όργωμα των χωραφιών έβαζαν και  τα βόδια. Βόδια είχε ο Νικούσς ο Ξενίδης  και άλλοι. 

Κάποιοι όπως ο Θωμάς ο Σπυρίδης και ο Ιλαρίων ο Παπαδόπουλος είχαν άλογα και μετακινούνταν με το άλογο μόνο ως ιππείς . Ο Θωμάς Σπυρίδης είχε το σπίτι του εκεί  που είναι τώρα (εν έτει 2024) το σπίτι του Γιώργου Ιωαννίδη και ο Ιλαρίων ήταν ο μπαμπάς  της Διαμάντως του Αγάπη Παπαδόπουλου.  

Το κάρο ήταν ξύλινο με μεταλλικά εξαρτήματα και η στολή των ζώων με διάφορα χαϊμαλιά και ζώνες .Τα εξαρτήματα του κάρου  ήταν στις αποθήκες και τα άλογα μέσα σε στάβλο . Το κάρο έστεκε σε κάθε αυλή των σπιτιών.  

 Η κατασκευή του γινόταν από τους καροποιούς και χρειαζόταν πολύς χρόνος και τέχνη για τα  τεχνικά και καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά του . Στο Μαυρονέρι δεν είχε καροποιούς και αγόραζαν τα κάρα από το  κοντινό χωριό Μικρόκαμπος από τον Θεόφιλο και Χρήστο και από το μακρινό Αμάτοβο που ήταν ο  ‘Ασπρος Παιονίας Κιλκίς  .  Η επιδιόρθωση του κάρου και το πετάλωμα των ζώων γινόταν από τεχνίτες στο χωριό μας .  

Ξεχωριστή θέση για την μετακίνηση στην πόλη του Κιλκίς ή στην Θεσσαλονίκη είχε ο Τοντόρ ο Θεοδωρίδης που έζεβε τα μουλάρια του και έκαμνε μεγάλες αποστάσεις .  Είχε εβδομαδιαίο πρόγραμμα για την πόλη και μετέφερε  τους Μαυρονεριώτες και τα εμπορεύματα από την πόλη. Μεταφορείς κατοίκων  στην πόλη του Κιλκίς εκτός από τον Τοντόρ ήταν  ο Γεράσιμος Ασλιχανίδης και ο Τριανταφυλλίδης ο Δημήτρης .  

Το κάρο μετέφερε και ασθενείς για το Νοσοκομείο  του Κιλκίς πάνω στην καρότσα  του , σκεπασμένους πολύ καλά και με τους συγγενείς δίπλα τους .Σε πολύ έκτακτες ανάγκες όπως δυσκολία σε τοκετό ή βαριά αρρώστια  τους ,έζεβαν γρήγορα το κάρο και έτρεχαν στον κακοτράχαλο δρόμο που συνέδεε το Μαυρονέρι με το Κιλκίς . Είναι ο δρόμος ο σημερινός στην ανατολική είσοδο του χωριού και εννοείται χωρίς άσφαλτο . 

 Η πεθερά μου η Μαιρούλα η Παπαδοπούλου  μού διηγήθηκε την  ιστορία κάποιας  συγχωριανής μας, που παρουσίασε μεγάλη  γυναικολογική αιμορραγία . Έτρεχαν στον δρόμο με το κάρο να προφθάσουν στο Νοσοκομείο της πόλης του Κιλκίς . Η αγωνία τους ήταν πολύ μεγάλη και η αγωνία και η απελπισία της ασθενούς επίσης. Ευτυχώς έφθασαν χωρίς να συμβεί κάποιο κακό και την ασθενή την παρέλαβαν στο Νοσοκομείο για την θεραπεία της . Τότε  όλοι ήταν στο έλεος του Θεού . 

Στον κακοτράχαλο δρόμο για την πόλη του Κιλκίς που τους συνέδεε με τον πολιτισμό συνέβαιναν  κατά καιρούς διάφορα ατυχήματα όπως να σπάσει ο άξονας του κάρου ή να λυγίσει ο τροχός του . Ακόμα ένα άλλο  σύνηθες ατύχημα ήταν να τραυματιστεί το ζώο που έσερνε το κάρο. 

Για την επιδιόρθωση των κάρων υπήρχαν οι τεχνίτες όπως  ο Γαβριηλίδης ο Γιώργος ( Χούλιας)στο εργαστήριό του , που ήταν απέναντι από του Ξενίδη Γιώργου  γνώριζε την τέχνη της επιδιόρθωσης του κάρου    

Για το πετάλωμα των αλόγων φρόντιζε  ο Σωτηριάδης ο Γιώργος και ο πατέρας του   Γαρά- Παυλέ,  ο (Μιαούλης) Κωνσταντίνος που κατείχαν την τέχνη του πεταλωτή .   

Το πεταλωτάδικο του πατέρα του Γαρά Παύλε ήταν στην θέση που είναι το διώροφο  σπίτι  (εν έτει 2024) δίπλα στο κρεοπωλείο του  Θεοδωρίδη Νίκου .Επίσης πολλοί δεξιοτέχνες πεταλωτήδες ήταν ο Πεταλωτής Αθηνόδωρος με τους γιους του Απόστολο και Κώστα . 

Τα κάρα , όμως , δεν ήταν μόνο μέσα μεταφοράς. Ήταν και μέρος των ιστοριών που συνόδευαν τις μεγάλες στιγμές της ζωής τους. Το κάρο , ο αρα(μ)πάς,  σε  αρραβώνες  και γάμους  ήταν το ιδανικό μεταφορικό μέσον .Όλοι ήταν  στην  καρότσα  του κάρου με γέλια και φωνές και οι οργανοπαίκτες να παίζουν τους ωραίους σκοπούς . Επίσης στα πανηγύρια των διπλανών χωριών  πήγαιναν με τα κάρα και τα άλογα .  

Στο Μεσαίο Αποστολάρ  πήγαιναν στο πανηγύρι  της Παναγίας ,  στο Κιόλ μπασί ( Πικρολίμνη) στο πανηγύρι του Ιωάννη του Πρόδρομου ,στην Βουρλάντζα (Παλιό Αγιονέρι)  του Αη – Λιά .  

Σε όλο το χωριό σε κάθε αυλή σχεδόν υπήρχαν κάρα με άλογα . Κάρα με άλογα δυνατά είχαν ο Νικούσς ο Ξενίδης ,   ο Πόλος Παπαδόπουλος, ο Δημήτρης Καλτσίδης , ο Έπος Αντωνιάδης .  

Έχουμε θαυμάσει σε φωτογραφίες της εποχής εκείνης τους νέους σκαρφαλωμένους ακόμη και στα πλαϊνά του κάρου  μαζί με τις νέες του Μαυρονερίου  να μεταφέρουν την προίκα της νύφης στο καινούργιο της σπιτικό .  

Ανασύροντας κάποιες φωτογραφίες από τον κόσμο του παρελθόντος  βλέπουμε την ζωή των προγόνων μας , τις  δυσκολίες τους στην μετακίνηση  και την επικοινωνία . Αλλά θαυμάζουμε την ξενοιασιά τους και την ευχαρίστηση να είσαι πάνω σε ένα κάρο και να απολαμβάνεις τον καθαρό αέρα και την άμεση επαφή με την φύση .  

Πέρασαν τα χρόνια και ήρθαν  οι γεωργικοί ελκυστήρες ,τα λεγόμενα τα τρακτέρ  και στο Μαυρονέρι. Τα κάρα παραχώρησαν την θέση τους σε αυτά και μπήκαν στις αποθήκες να τα τρώει το σαράκι  ή σε κάποιο λαογραφικό  μουσείο.  

Τα νεότερα  χρόνια που φροντίζουν τις αυλές και τους κήπους των σπιτιών  τα βλέπουμε φρεσκοβαμμένα να  τις ομορφαίνουν και με την παρουσία τους να λένε την μεγάλη ιστορία τους.   Και να φωνάζουν κι αυτά ότι αποτελούν ένα  κομμάτι της κοινωνίας μας και της λαογραφικής κληρονομιάς μας !  

Ελένη Τσιφτσόγλου – Παπαδοπούλου  

Έτος 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή