Οι Βρύσες στο Μαυρονέρι
“Βρύση μου μαλαματένια
πώς βαστάς κρύο νερό
το βαστώ και δεν το πίνω
για της αγάπης τον καϋμό .
Να ‘μουν βρύση ,να ‘ μουν στέρνα
να ‘ μουν γάργαρο νερό…”
Οι βρύσες στο Μαυρονέρι δεν ήταν απλές πέτρινες κατασκευές . Ήταν καρδιές που χτυπούσαν αδιάκοπα ,ποτίζοντας με νερό το χώμα , τα χέρι και τις ψυχές των ανθρώπων. Τρεις ήταν οι βρύσες που ήταν πηγές και είχαν χτίσει στέρνες δηλαδή γούρνες μεγάλες, για την συλλογή του νερού .
Η πρώτη βρύση ήταν στην πλατεία του χωριού στον πάνω μαχαλά μπροστά στο σπίτι του Ιωσήφ Χρυσοστομίδη και είχε μακριά γούρνα. Η δεύτερη ήταν στο κέντρο του χωριού κοντά στην εκκλησία μπροστά στο σπίτι του Αναστασιάδη του Σιμωνάκη με γούρνα επίσης .Η τρίτη βρύση ήταν στον κάτω μαχαλά κοντά στο σπίτι του Μαργαρίτη Παπαδοπούλου . Έξω από το χωριό προς δυσμάς υπάρχει ακόμη η βρύση του Βλάχου λεγόμενη που εξυπηρετεί τους κτηνοτρόφους και τους κατοίκους του χωριού , όταν γίνεται διακοπή νερού . Επίσης ανατολικά του χωριού υπάρχει και η βρύση του Γέρου που πότιζε επίσης τα ζώα του χωριού . Δεξιά της έχει πλατάνια αλλά τώρα έχει στερέψει και έμεινε και αυτή μια βουβή βρύση.
Οι βρύσες ήταν πολύ απαραίτητες και από πάντα είχαν κυρίαρχη θέση στην ζωή του χωριού .Το χωριό υδρευόταν με δημόσιες βρύσες ή πηγάδια και με τις γνωστές χειροκίνητες αντλίες ή τουλούμπες. Τουλούμπα υπήρχε κοντά στο γήπεδο στο πηγάδι του Χρυσοστομίδη Αγάπη , στο πηγάδι του Κεσίδη Χρήστου του Πασά , στο πηγάδι του Μήτσου του Παπαδόπουλου , στο πηγάδι του Σιδερίδη Παύλου της Μαλάλας , στο πηγάδι του Γιάννη Γεωργιάδη του Κιοσσέ.
Συνήθως στα χωριά έχτιζαν βρύσες στην πλατεία του χωριού αλλά λόγω της ρυμοτομικής του δικού μας χωριού , η πλατεία δεν ήταν στο κέντρο του χωριού .Έτσι έφτιαξαν τρεις βρύσες για τους τρεις μαχαλάδες .
Τις πηγές τις είχαν βρει πρόχειρες από πριν, όταν κατοικούσαν οι Τούρκοι και μετά οι κάτοικοι τις έχτισαν. Οι Τούρκοι έχτιζαν βρύσες για “συγχώριο” κάποιου δικού τους πεθαμένου και της έδιναν και όνομα .
Η βρύση του κάτω Μαχαλά στου Μαργαρίτη είχε την μάνα της δηλαδή την πηγή της, πάνω στο βουνό , στον δρόμο πηγαίνοντας για το χωριό Πικρολίμνη. Εκεί είναι ένα αποξηραμένο βαθούλωμα , που παλιά ανέβλυζε το νερό και μετά το έφεραν μέσα στο χωριό .
Η βρύση ήταν πηγή προμήθειας νερού και ανέβλυζε από κάποια φυσική πηγή . Η λέξη βρύση άλλωστε προέρχεται από το αρχαίο ρήμα βρύω που σημαίνει αναβλύζω νερό .
Οι βρύσες ήταν σημείο συνάντησης των γυναικών της γειτονιάς ή του μαχαλά .
Έτσι παίρνοντας σειρά γέμιζαν τις στάμνες τους ή τα δοχεία τους και τα μετέφεραν στους ώμους με την τσοκάνα , που ήταν ένα ξύλινο δοκάρι με μήκος όσο είχε το άνοιγμα των χεριών τους . Εκεί κρεμούσαν με τσιγκέλια τους κουβάδες και τους μετέφεραν στα σπίτια .Πόσο επίπονη και κουραστική δουλειά για τις νοικοκυρές . Κάποιες που έμεναν κοντά στις βρύσες ήταν οι τυχερές που είχαν κοντά τους αυτό το απαραίτητο αγαθό .
Σε αυτό το ο σημείο συνάντησης , τις βρύσες, οι συζητήσεις και τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν και εκεί μαθαίνονταν τα νέα του χωριού. Ποιος αρραβωνιάστηκε , ποιος παντρεύεται .Οι συναντήσεις ήταν πυκνές και το καλοκαίρι κρατούσαν μέχρι το βράδυ .
Τα μικρά κορίτσια έδιναν την σειρά τους στους μεγαλύτερους και το έκαναν αυτό από σεβασμό προς αυτούς . Άλλωστε χρειάζονταν χρόνο γιατί έπρεπε να ανταλλάξουν μεταξύ τους πολλά νέα της κοινωνικής ζωής του χωριού . Εκεί οι γυναίκες του χωριού έπλεναν τα λαχανικά τους, τα ρούχα τους και έφερναν και τα ζώα για το πότισμα . Έτσι έβλεπες κοπάδια από πρόβατα να ξεδιψάνε στις βρύσες αυτές . Επίσης οι Μαυρονεριώτισσες έπλεναν τα υφαντά χαλιά και στρωσίδια και τα μαλλιά των προβάτων για να πλέξουν τα μάλλινα ρούχα .
Οι βρύσες ήταν χτισμένες με κοινές πέτρες και βαμμένες με ασβέστη , πολύ ταπεινές . Δεν ήταν περίτεχνες με ωραίο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Ούτε συνδέονταν με γραφικές και ρομαντικές ιστορίες με νεράιδες και ξωτικά . Ούτε έκρυβαν μέσα τους τις δυνάμεις της φύσης με μαγικές ιδιότητες . Ούτε ήταν βρύσες με όνομα και χιλιοτραγουδισμένες .
Ήταν όμως οι βρύσες που εξασφάλιζαν ό,τι χρειαζόταν μια κοινωνία για να ευημερίσει . Ήταν οι βρύσες που έγιναν κάποτε στοιχείο της καθημερινότητας των Μαυρονεριωτών.
Ήταν οι βρύσες που έδωσαν το γάργαρο κρυστάλλινο νερό τους στους κατοίκους του μικρού αυτού χωριού και στους διψασμένους διαβάτες . Οι βρύσες που γέμιζαν με κρύο νερό την χούφτα του διψασμένου περαστικού και που ξεδίψασαν το κουρασμένο αγόρι που έτρεχε ιδρωμένο από τις αλάνες του χωριού και καθάρισαν το λερωμένο πρόσωπό του .
Ήταν οι βρύσες που συναντήθηκαν οι νέες και οι νέοι του χωριού και αντάλλαξαν ερωτικές ματιές .
Μετά από χρόνια όταν άρχισαν οι εγκαταστάσεις πόσιμου νερού σε κάθε σπίτι οι βρύσες εγκαταλείφθηκαν και άρχισαν να γκρεμίζονται .
Και γκρεμίστηκαν ως άχρηστες και παραπανίσιες .Στέρεψαν όταν ήρθε το νερό στα σπίτια και στέρεψε με μιας και η “μυθολογία” τους .
Οι ίδιες όμως ζητούσαν απεγνωσμένα την εποχή της μεγάλης τους ακμής . Την εποχή που άκουγαν τα βελάσματα και τα κουδουνίσματα των κοπαδιών , τα γέλια των παιδιών , τις χαρούμενες φωνές των κοριτσιών ίσως και τους τσακωμούς των μεγάλων . Την εποχή που ξεδιψούσαν τον περαστικό τρέχοντας ασταμάτητα και μείς ακούγαμε το γλυκό κελάρυσμα .
Θυμόταν η βρύση όλον τον κόσμο που ξεδίψασε και ήξερε όλα τα μυστικά του χωριού .Και μετά έμεινε βουβή .Και αργότερα χάθηκε .Πόσο κρίμα .Γιατί εμείς οι άνθρωποι έχουμε αυτήν την μανία .
Θα έπρεπε να κρατάμε αυτά που κάποτε μας πρόσφεραν τόσα πολλά .
Θυμάται η βρύση που έτρεχε ασταμάτητα και θυμόμαστε κι εμείς που μπορούσαμε να απολαύσουμε την ησυχία και την γαλήνη του τρεχούμενου νερού τους .