Οι Γεμάτες Γειτονιές.

Οι Γεμάτες Γειτονιές.  

Μετά από μια κοπιαστική  μέρα στο Μαυρονέρι το απογευματινό ερχόταν σαν λύτρωση , σαν δώρο για τα κουρασμένα τους σώματα και τις πονεμένες τους καρδιές . Έτσι άφηναν στην άκρη τα προβλήματά τους και έσμιγαν στα  παρακάθια που γίνονταν  στις γειτονιές. Εκεί μαζεύονταν  παρέες – παρέες,  άνδρες, γυναίκες και παιδιά και έκαναν την καλύτερη συντροφιά.  

 Το ευεργετικό απογευματινό αεράκι τούς έδινε δροσιά και ανάσα και με τα καρεκλάκια στα ντουβαράκια των σπιτιών κάθονταν και συζητούσαν .  Οι γειτονιές γέμιζαν ζωή.  

 Κάποιοι ήταν στενοχωρημένοι , κάποιοι ήταν χαρούμενοι . Ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων η παρέα τους και οι λυπημένοι ξεχνούσαν τα ντέρτια τους. Οι συζητήσεις ήταν γύρω από τις Πατρίδες που άφησαν , τα σπίτια τους , τα χωράφια τους ,  τα ζωντανά τους ,τα παρχάρια τους και τους τάφους των αποθαμένων τους. 

 Οι γιαγιάδες μας , οι παππούδες μας,  οι μαμάδες και οι μπαμπάδες μας , οι θείες μας και οι θείοι μας ,  τα ξαδέλφια μας , οι γείτονες .Όλοι ήμασταν μια  μεγάλη παρέα . Μια μεγάλη οικογένεια με τα ίδια  πολιτιστικά στοιχεία, τα ίδια βιώματα , τους ίδιους καημούς αλλά και τα ίδια όνειρα . 

Μαυροφορεμένες ήταν οι γιαγιάδες μας . Μαυροφορεμένες γιατί τιμούσαν τους δικούς τους που άφησαν θαμμένους στα χώματα εκείνα και δεν θα μπορέσουν να τους ανάψουν ένα κερί  Μαυροφορεμένες  γιατί στον δρόμο της προσφυγιάς έχασαν παιδιά , άνδρες , συγγενείς. Και ήρθαν εδώ  φέρνοντας  μαζί τους τον πόνο τους . Και γνώρισαν κι άλλον πόνο εδώ στην Πατρίδα που τους ξεγέλασε. Που θα τους έδινε χαρές . Σε κάποιους έδωσε μεγάλο  πόνο στα  πέτρινα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου Διχασμού και Σπαραγμού. 

 Χρώμα δεν έβαλαν στο ρούχο τους και φορούσαν και τα μαντήλια στο κεφάλι , μέχρι που έκλεισαν τα μάτια τους . Έδιναν τον κόπο τους και  την ψυχή  τους  για τους άλλους . Ο εαυτός τους ήταν σε δεύτερη μοίρα και θυσιάζονταν για όλους . Έδιναν τον ιδρώτα τους για να μας ευχαριστήσουν .  

Πόσο θα ήθελα να είμαι σε αυτές τις γεμάτες γειτονιές με τους προγόνους μας .  

Περιηγηθείτε τις γειτονιές του Μαυρονερίου σε  κάποιο απογευματινό με δροσερό αεράκι . 

Τα ονόματά τους ηχούν σαν μια παλιά μελωδία . Κάθε όνομα είναι μια σελίδα  βιβλίου και κάθε πρόσωπο  ένας ολόκληρος τόμος μνήμης .  

Άβελ Μαρία ,Λούκη , Όλγα του Αλεξιάδη , η Πελαγία  του Τσιρτσίρ και ο Ηλίας  , η Πίτω  του Ισαάκ, ο Ισαάκ ο Αβραμίδης , η Ταμάρα  με τον Λάζο,  η Δεσποινή η Κοροβανίδου ,η Αλεξάνδρα του Λαΐδη  , η Ευτυχία  του Τερζή  με τον Τριαντάφυλλο, η Χριστίνα του Τοντόρ  Θεοδωρίδη , η Τατιανή με τον Λάμπη τον Χρυσοστομίδη , η ‘Ανθη του Αζαρία . 

 Πιο πέρα  προς τα κάτω η  Χαρίκλεια Ανανικίδου , η Μαρίκα η  Γαβριηλίδου του Ιωσήφ , η Μαγδάλα Ιωαννίδου , η Μαρία η Ανδρεανίδου της Δέσποινας η μάνα , η Χρυσάνθη του Κωστίκα του Αθανασιάδη, η Μάλη η Ξενίδου με τον Νικούσς ,  η Μόρφω  η Ανανικίδου και ο  Σόλων,   η Ελένη η Ταμουτσίδου και ο Ηλίας ο Τίλας , η Μαράλα η Σιδερίδου , η Μυροφόρα ,  η Όλγα η Παπαδοπούλου τού Κίτσου ,η Πελάν της Διαμάντως η μάνα κάθονται στο ανοίχτωμα του δρόμου και συζητούν.  

Πιό πέρα  συναντάμε μια άλλη γιαγιαδίστικη  παρέα γεμάτη ιστορίες και ανέκδοτα . 

Είναι η  Λισάφ η Χατζηκίδου ,  η Χρυσή η  Αντωνιάδου  του Μουσαήλ  με τον γιό της Σάββα, η Πατίκω (Παρθένα) Παπαδοπούλου τού Μαργαρίτη  , η Παρθένα  η μάνα του Σαββίδη του Νίκου , η Νάστα η μάνα του Στέφου Παπαδόπουλου, η Νίνα του Μελέτη και η Αυγίτσα του Γιαγκούλη η μάνα .  

 Σε άλλη παρέα έξω  στον δρόμο είναι η Αγαθή του Γεωργιάδη , η Μαρία του Μούχου του  Ταμουτσίδη, η μάνα του Κατρανίδη του Βλαδίμηρου , η Πινίκα του Μουχτάρ , η Βαβούς του Αντίκα , η Κυριακή του Ανδρεανίδη του Αντρέα , η Κυριακή του Ταμουτσίδη του Σάββα( της Ζήνας η μαμά), η ‘Αφρω της  Λεμόνας , η Ειρήνη του Σαββούλη , η Πατίκω η γιαγιά του Σταύρου του Παπαδοπούλου , η Ανατολή του Σπύρου Αθανασιάδη η μάνα ,η Παρθένα Ιγνατιάδου  της Λεμόνας η γιαγιά , η Γαραλάβα  η μάνα του Βλαδίμηρου  του Κατρανίδη ,η Σοφία η Σπυρίδου του Θωμά  . Όλες έχουν και κάτι να πουν και να περιγράψουν. Οι ιστορίες τους δεν μιλούσαν  για βασιλοπούλα και πριγκίπισσες . Μιλούσαν για το χαμένο χωριό τους στην Πατρίδα , για τα σπίτια που άφησαν πίσω , τις αυλές τους , τις εικόνες που δεν πρόλαβαν να πάρουν μαζί . 

 Μιλούσαν για  τους γάμους και τα σουμαδέματα ,για τα προξενιά και τις αγάπες . 

 Προχωρώντας από τον κεντρικό δρόμο του χωριού συναντάμε μιά μεγάλη ομήγυρη  στην αυλή του Γιάννη του Ξενίδη . Είναι η Όλγα η γυναίκα του , η Χαρίκλη του Ισάκ Χρυσοστομίδη , ο Έπος και η Έπενα ,  η Μάρτα του Κώτσου , η Ευλαμπία του Θόδωρου Ξενίδη , η Νατίκω και ο Αρίκος Χρυσοστομίδης  

Εδώ η Χαρίκλη έφερε φρέσκο ψωμί από τον φούρνο τής και η Ευλαμπία με το φρέσκο βούτυρο απογείωσε την νοστιμιά του . 

Προχωράμε πιο πέρα ανεβαίνοντας προς τον πάνω μαχαλά του χωριού . Στο ξέφωτο μπροστά στο σπίτι τού  Κεσίδη Πανούλη    είναι μαζεμένοι άνδρες και γυναίκες  κουβεντιάζουν .   Ο Πόλος Παπαδόπουλος και η  Παρθένα , η Έλλη του γραμματέα, η Όλγα του Μύρωνα ,  η Ναταλία του Σόλωνα Καλτσίδη και ο άνδρας της .  Οι γειτονιές του Μαυρονερίου δεν ήταν γειτονιές φτωχές , ούτε πλούσιες . Ήταν γειτονιές  γεμάτες .Γεμάτες οι γειτονιές του χωριού και οι δρόμοι έσφυζαν από ζωή . Γεμάτες από  φωνές , ιστορίες , θρήνους και τραγούδια και από το παιχνίδι των παιδιών, που έπαιζαν πιο πέρα και ένιωθαν την παρουσία των γιαγιάδων τους .Κάποιες φορές παρατούσαν το παιχνίδι και άκουγαν τις ιστορίες τους .  Γελούσαν, χτυπώντας τα πόδια τους στο χώμα . Εκείνο το χώμα που είχε ποτιστεί με ιδρώτα , δάκρυα  και αίμα από τους παππούδες μας . 

Και σαν έπιανε το δροσερό ευεργετικό αεράκι το απόγευμα  όλες οι γειτονιές του χωριού μας ήταν γεμάτες κόσμο . Οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας , οι μαμάδες και οι μπαμπάδες μας αποκαμωμένοι από τον καθημερινό κάματο  απολάμβαναν την δροσιά του απογευματινού αέρα και ξεκούραζαν το σώμα τους . Ήταν μια ευλογία αυτό το απογευματινό αεράκι που χάιδευε τα πρόσωπα όλων, που , παρά την κούραση,  είχαν μια γλυκιά ηρεμία . 

Προχωράμε στις γειτονιές του πάνω Μαχαλά για να συναντήσουμε κι άλλες παρέες από γιαγιάδες και παππούδες .Να τους συναντήσουμε όλους και να συνομιλήσουμε μαζί τους . Να ακούσουμε τα λόγια τους που ήταν λόγια σοφίας. Να τους ακούσουμε να περιγράφουν για τις ρίζες μας και να  περνούν   σε εμάς όλες τις εμπειρίες τους και τα βιώματά τους .Να ακούσουμε για τα ήθη και έθιμα των μακρινών τους πατρίδων , τις αναμνήσεις τους και όλα να κυλάνε σαν ζωντανό ποτάμι στις δικές μας ψυχές .  Να συνεχίσουμε την παράδοση από τις δικές τους περιγραφές για τα ήθη και έθιμα των  χωριών που έφερε ο καθένας και μπολιάστηκαν  σε ένα χωριό .Αυτό ήταν πολύ θαυμαστό. Γιατί πολλές κουλτούρες ενώθηκαν και έκαναν την έννοια του ενός χωριού από τα μακρινά τους μέρη . 

 Στον δρόμο στον Πάνω Μαχαλά  στα μικρά σκαμνάκια κάθονται ο Μιχάλης ο Αναστασιάδης , ο Γεράσιμος ο Ασλιχανίδης , η Ευτέρπη η Οταμπασίδου με τον Γιώργο , ο Λάζαρος ο Κεσίδης και η Ελένη , ο Σάββας ο Κεσίδης  του Σαράφη , η Ναταλία και ο Σόλων Καλτσίδης , ο Γιώργος Σαχινίδης και η Μαρία , ο Φώτης ο Βασιλειάδης , ο Καρακίδης ο Ιάκωβος . Όλοι κάθονται στο χαμηλό σπίτι του Σόλωνα και πίνουν τον καφέ τους με τα  νόστιμα  πιροσκί που έφτιαξε η Ναταλία . Η Ευτέρπη έφερε σίμισκας ( ηλιόσπορα ) και όλοι τσικ- τσικ περνάνε την ώρα τους . 

Ας προχωρήσουμε   πιο πέρα .Στο καφενείο του Τσάρλεστον οι καρέκλες απλωμένες στην αυλή του καφενείου  και κάθεται ο Μανασσής ο Θεμιστοκλής  που πίνει τον καφέ του και πιο πέρα η παρέα παίζει χαρτάκι  . Την παρέα απαρτίζουν ο Καλτσίδης ο Δημήτρης της Δημοκρατίας, ο Απόστολος ο Πεταλωτής με τον αδελφό του τον Κώστα , ο Αδρεανίδης ο Κώστας και ο Θεοδωρίδης ο Νίκος ο Βενιζέλος . 

Στην άκρη της αυλής της Σοφίας του Σόμκα άλλος ένας κύκλος ανθρώπων μοιραζόταν το απόγευμα  Η Ελένη του Νάκα , η Σαχινίδου η Μαρίκα με τον Ανέστη , ο Καρακίδης ο Κάλος, ο Σαχινίδης ο Κωστίκας ο ψάλτης , ο Αυγήτας ο Κεσίδης , ο Ευρυστένης. 

Και αν πάμε στην γειτονιά κοντά στους Κεκελέκηδες  θα συναντήσουμε να κάθονται στα πέτρινα χαλάσματα που τα χρησιμοποιούν για σκαμνάκια  ο Κεκελέκης , ο Σαχινίδης , ο Καλτσίδης , ο Σεμερτζίδης ο Ευθύμης  με την Λεμονιά ,ο Φελεκίδης ο Πολυχρόνης,  ο Τεκτονίδης ο Λευτέρης με την Συρμαλή. Εκείνα τα χαλάσματα με την ζεστασιά της παρέας έμοιαζαν με χρυσοστολισμένους  θρόνους .  

Ο δροσερός αέρας από τον Νότο έφερνε μαζί του το άρωμα της θάλασσας – ή έτσι  τουλάχιστον έλεγαν οι γιαγιάδες μας . Τα παιδιά κι εδώ  έπαιζαν στους δρόμους  και κάποια κούρνιαζαν στην αγκαλιά της γιαγιάς τους . 

Όλο  το χωριό ήταν έξω και απολάμβανε την δροσιά του απογευματινού  .Πάνω στις στρωμένες κουρελούδες τα εγγονάκια τους ξαπλωμένα   άκουγαν  τις ιστορίες από τα παλιά . Και τα έπαιρνε ο ύπνος  με τόσο ωραίες αφηγήσεις που γαργαλούσαν τα αυτάκια τους και τα έπαιρνε ο ύπνος. Και δεν γνώριζαν αν ήταν αληθινό ή όνειρο αυτό που ζούσαν . 

Οι γεμάτες γειτονιές του Μαυρονερίου ήταν ζωντανές , όχι μόνο από τα σώματα των ανθρώπων ,αλλά  κυρίως από τις φωνές και τις ιστορίες τους . Το κάθε σπίτι έχει φέρει μαζί του τα δικά του έθιμα , τα δικά του τραγούδια ,αλλά εδώ όλα ενώθηκαν σε ένα . Πόντιοι , Θρακιώτες  ,όλοι μαζί . Οι φωνές του ήταν διαφορετικές ,αλλά η ψυχή τους μία . Μόλις ο ήλιος άρχισε να δύει οι κουβέντες αραίωναν ,αλλά κανείς δεν σηκωνόταν ακόμα .  Η νύχτα μύριζε γιασεμί και νυχτολούλουδο .  Και καθώς η νύχτα προχωρούσε , οι φωνές έσβηναν μία – μία . Οι γειτονιές όμως δεν έσβηναν ποτέ , γιατί τα λόγια των παππούδων έμεναν και οι ιστορίες των γιαγιάδων δεν χάνονταν .  

Αυτές οι γεμάτες γειτονιές ήταν το χωριό . Ήταν οικογένεια ολόκληρη. Και τα παιδιά που κοιμόντουσαν  στα πόδια των γιαγιάδων τους δεν ήξεραν ακόμα πως κάποτε θα νοσταλγούσαν αυτές τις στιγμές περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή τους ! 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή