Οι Γιαγιάδες μας και οι Παππούδες μας στο Μαυρονέρι. Φωτογραφίες Νοσταλγίας .
Όλοι θυμόμαστε τις γιαγιάδες μας και τους παππούδες μας .Ήταν οι ρίζες μας , ήταν οι σκιές που μας σκέπαζαν με την απλότητά τους . Τα χρόνια που ήμασταν παιδάκια οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας ζούσαν μαζί μας και ήταν τα μέλη της οικογένειάς μας και τους αγαπούσαμε πολύ . Βέβαια δεν ήταν οι σημερινές “χαζογιαγιάδες” που κακομαθαίνουν τα εγγόνια τους αλλά παρόλη την αυστηρότητα που μας έδειχναν, μας αγαπούσαν πολύ . Χωρίς πολλά λόγια, μας έδειχναν τι σημαίνει αγάπη , υπομονή και αντοχή . Ήταν αυστηρές και πολύ σοβαρές γιατί έτσι μεγάλωσαν . Αλλά κάτω από την αυστηρή ματιά τους , κρυβόταν μια απέραντη στοργή.
Οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας ήρθαν πρόσφυγες στο Μαυρονέρι από τις μακρινές πατρίδες τους με ανοιχτές πληγές . Άφησαν πίσω σπίτια , χώματα και μνήματα αγαπημένων . Έζησαν πολλές κακουχίες για να φτάσουν μέχρι εδώ, γι’ αυτό ήταν σκληραγωγημένοι .
Ήταν οι στυλοβάτες των σπιτιών τότε γιατί κρατούσαν όλο το νοικοκυριό .Ξυπνούσαν αξημέρωτα για να βοηθήσουν στις δουλειές του σπιτιού . Να ταΐσουν τις κότες , να ποτίσουν τον κήπο , να καθαρίσουν τα χόρτα , να ανάψουν φωτιά για την μπουγάδα , να ψήσουν μοσχομυριστό ψωμί. Βοηθούσαν τους γονείς μας αγόγγυστα και ήξεραν από μόχθο και κόπο . Πέρασαν πολλά οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας .Προσφυγιά , κακουχίες , πείνα , κατοχή , εμφύλιο πόλεμο και όλες οι διηγήσεις τους είχαν περιγραφές από τις εποχές εκείνες .Οι κουβέντες τους ήταν απλές αλλά σοφές .
Οι γιαγιάδες μας δεν είχαν περιποιημένα μαλλιά ούτε κοσμήματα . Τα κατάλευκα μαλλιά τους , τα λαμπερά μάτια τους, το γαλήνιο ύφος τους και το αρχοντικό παρουσιαστικό τους συνέθεταν το πορτραίτο τους .
Θυμάμαι τις παρέες τους στις γειτονιές του χωριού, πάνω σε πέτρες και σκαμνάκια δίπλα στα ντουβαράκια των σπιτιών ή των αποθηκών . Τα απογευματινά είχαν τελειώσει τις πολλές δουλειές και έψαχναν δροσιά και ξεκούραση . Εκεί καθόντουσαν οι γιαγιάδες μας, μαυροφορεμένες και με ποδιές δεμένες στην μέση τους .Το πένθος ήταν κομμάτι της ζωής τους . Πολλές είχαν χάσει συζύγους, αδέλφια , παιδιά, όμως δεν σταματούσαν γιατί η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί. Απο μακριά αντηχούσαν φωνές : Έλα Ταμάρα να πιεις καφέ ” . ” Λούκη έφερες το ψωμί από τον φούρνο ; ”
Θυμάμαι στον δρόμο της Άβελ Μαρίας: την Άβελ Μαρία , την Λούκη,την Σουσάνα την Παπαδοπούλου με τον Περικλή , την Πελούς με τον Ηλία του Τσιρτσίρ, την Ταμάρα με τον Λάζο , την Ευτυχία με τον Τερζή , την Χριστίνα του Ζουρνατζή και τον Τοντόρ Θεοδωρίδη.
Πιο πέρα αποκαμωμένοι από την δουλειά με τα πρόβατα ήταν ο Λάμπης με την Τατιανή , η Όλγα του Μύρωνα , η Αλεξάντρα του Λαΐδη, η Τσόφα η Κεσίδου , ο Άζος με την Άνθη και η Ασλιχανίδου η
Προχωρώντας συναντάμε μια άλλη ομήγυρη. Ο Παναγιωτίδης ο Τσάρλεστον Αναστάσιος και η Ζωή , ο Βασιλειάδης ο Φώτης , ο Σόλων ο Καλτσίδης , ο Σαχινίδης ο Δημήτρης , ο Ανδρεανίδης ο Κώστας με την γυναίκα του , ο Παύλος ο Ιορδανίδης ο Γαρά Παύλες , ο Κάλος ο Καρακίδης ,ο Νίκος ο Βενιζέλος , ο Σολομών ο Καλτσίδης , η Σουλτάνα και ο Παναγιώτης ο Χαραμής , η Μαρία η Σαχινίδου .
Πιο πέρα η Μανασή η Ασημένια, η Παπαδοπούλου η Λένγκω , η Πεταλωτή η Τασούλα , η Ραχήλ , η Χαϊτάβα , ο Λευτέρης και η Κερέκη Τεκτονίδου , ο Γιαννίκος ο Σαχινίδης και η Πελαγία ,ο Σαχινίδης ο Χαράλαμπος και η Σωτήρα , ο Σαΐν Δημήτρης , η Τατίκα , η Ελένη του Λέξου.
Πιο κάτω σε άλλη ομήγυρη, η Λεμόνα με τον Δαμιανό τον Σεμερτζίδη, ο Καρακίδης ο Σάββας ο Φετής , η Σόνα και ο Ευθύμης ο Καλτσίδης , η Ευθυμία και ο Δημήτρης ο Καλτσίδης, η Σαββούλα και ο Θεόδωρος Αμπαρτζίδης.
Η Ξενίδου η Ευλαμπία , ο Θόδωρος ο Ξενίδης , ο Γιάννης ο Ξενίδης , ο Ισάκ και η Χαρίκλη ο Χρυσοστομίδου , η Μάρθα η Αναστασιάδου , η Χαρίκλεια η Αρτζανίδου , η Όλγα η Παπαδόπουλου , ο Χατζηκίδης ο Στέφανος , η Μάλη (Αμαλία) η Ξενίδου ,η Μαράλα η Σιδερίδου , η Ελισσάβετ η Χατζηκίδου και ο Τιμούς , ο Μουσαήλ ο Αντωνιάδης , η Μαγδαληνή Ιωαννίδου ,ο μπάρμπα Θωμάς Σπυρίδης και η Αυγίτσα η Σπυρίδου , ο Γιάννης ο Γεωργιάδης ο Κιοσσές .
Τι δεν θα ‘δινα να ήμουν πάλι στην συντροφιά τους .Πόσα λόγια , πόσες ιστορίες θα είχα ακούσει από τις Πατρίδες τους, πόσες συνταγές , πόσα γιατροσόφια . Οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας συμβολίζουν τις οικογενειακές ρίζες μας και την κοινή μας ταυτότητα , που δεν πρέπει να ξεχνάμε . Μεγάλη η κληρονομιά που άφησαν πίσω τους .
Δεν ήταν ακριβά υλικά αγαθά αλλά σημαντικά που εμπλούτισαν την ζωή μας . Αυτά έμειναν στις καρδιές μας , αυτά ζουν στις καρδιές μας .Περισσότερο είναι αυτά που έμειναν αναμνήσεις αγάπης , σοφής κουβέντας και στοργής . Αναμνήσεις έγιναν οι ιστορίες που μοιραστήκαμε μαζί τους . Τυχεροί όσοι τούς είχαν και σε μεγάλη ηλικία .
Οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας δεν είναι πια εδώ . Έφυγαν ήσυχα, όπως ήσυχα ζούσαν . Τους αποχαιρετήσαμε με δάκρυα και τους κρατάμε ζωντανούς μέσα μας . Πονάει να τους αποχωρίζεσαι ,αλλά μεγαλώνοντας μαθαίνεις να το δέχεσαι .
Οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας έμειναν φωτογραφίες νοσταλγίας στα οικογενειακά φωτογραφικά βιβλία μας. Όλοι βιώσαμε τον πόνο του αποχαιρετισμού του παππού και της γιαγιάς , των τόσο σημαντικών και αγαπημένων μας προσώπων.
Δεν θα ξαναδούμε τα αγαπημένα τους πρόσωπα, αλλά θα μάθουμε να τα θυμόμαστε με αγάπη κάθε μέρα . Όμως αν κλείσεις τα μάτια σου ,θα τους δεις καθισμένους στο σκαμνάκι τους , με το τσεμπέρι και την ποδιά τους .Θα ακούσεις την ήρεμη φωνή τους .
Μην λυπάσαι να κλάψεις . Μην κρατιέσαι . Άφησε τα δάκρυά σου να τρέξουν γι’ αυτές τις όμορφες φιγούρες της παιδικής σου ηλικίας .
Γιαγιά μου , νοικοκυρά μου , φιλόξενη ,περήφανη , αρχόντισσά μου !
Παππού μου ,στυλοβάτη , προστάτη, σοφέ δάσκαλε !
Η μνήμη σας είναι ζωντανή μέσα μας. Σαν εκείνη την μυρωδιά του ψωμιού που ψήνεται στον παλιό φούρνο .
Ελένη Τσιφτσόγλου – Παπαδοπούλου
Έτος 2024