Οι Μερακλήδες  των Καφενείων στο Μαυρονέρι. 

Οι Μερακλήδες  των Καφενείων στο Μαυρονέρι. 

Στο Μαυρονέρι, όταν έγερνε ο ήλιος πίσω απ’ το βουνό και οι δουλειές στα χωράφια και στα ζώα έφταναν στο τέλος τους, άρχιζε μια άλλη ιεροτελεστία. Οι άντρες του χωριού, με τα ροζιασμένα χέρια και τον ιδρώτα ακόμα νωπό στο μέτωπο, κατευθύνονταν προς το καφενείο. Εκεί τους περίμενε η αληθινή παρέα, ο καφές στη χόβολη, το ουζάκι στο ποτηράκι και ο μεζές στο πιατάκι. Παρέες παρέες κάθονταν στα ξύλινα τραπέζια, κι ο μαγαζάτορας, νοικοκύρης και άνθρωπος του χωριού, τους περιποιόταν με περίσσια φροντίδα, σαν να σέρβιρε φίλους και συγγενείς,  γιατί τέτοιοι ήτανε. 

Άλλοι άπλωναν την κουβέντα τους στην πολιτική, στα γεωργικά ή στα οικογενειακά, κι άλλοι έπιαναν το χαρτάκι για μια ξερή ή ένα μπουρλότ. Στοίχημα δεν έβαζαν μεγάλο, μα όποιος κέρδιζε κέρναγε . Ένα ούζο, ένα μεζέ, ένα χαμόγελο. 

Δεν ήταν μόνο οι Μαυρονεριώτες. Έρχονταν κι από τα ποντιακά Αποστολάρια και από την Πικρολίμνη. Χωριά συγγενικά, χωριά δεμένα από την ίδια ρίζα. Πρόσφυγες όλοι από τα βάθη του Καυκάσου, από την Τσάλκα και τον Πόντο. Φέρναν μαζί τους τις μνήμες, τη ντοπιολαλιά τους, τα τραγούδια και τις ιστορίες των γερόντων. Ήταν τα ίδια τραπέζια που φιλοξενούσαν κουβέντες για τις χαμένες πατρίδες, για χωριά που έμειναν στο χάρτη της καρδιάς και για ανθρώπους που έμειναν στις διηγήσεις. 

Κι ανάμεσα σε λόγια και μνήμες, έμπαινε και η σοφία. Συμβουλές για τη γη, για τα σιταροχώραφα, για τον καιρό και το φεγγάρι. Τα καραφάκια με το κρασάκι και το ούζο πηγαινοέρχονταν κι η καρδιά του καφενείου χτυπούσε ζωντανή, δυνατή, γελαστή. 

Ήταν εκεί ο Σόμκας ο Θεοδωρίδης , ο Ανέστης ο Κεσίδης  , ο άλλος  Ανέστης ο Κεσίδης ,  ο Αχιλλέας ,ο  Χάμπος και ο αδελφός του ο Γιώργος, ο Άβελ , ο Θεόφιλος ο Κεσίδης , ο Ηλίας ο Κεσίδης , ο Ηλίας ο Ταμουτσίδης , ο Νικόλας ο  Χρυσοστομίδης , ο Βένος ο Θεοδωρίδης , ο Γιώργος ο Καρακίδης ,  ο Ανανίκας ο Τριανταφυλλίδης , ο Πολυχρόνης  ο Παπαδόπουλος, ο Μήτσος , ο Γρηγόρης, ο Ισάκ,  ο Λάμπης , ο Αβράμ , ο Σαράφης , ο Γιώργος ο Βασιλειάδης , ο Γιώργος και ο Βαγγέλης ο Καλτσίδης ,ο Ευριπίδης ο Σαχινίδης ,ο Ηλίας ο Σαχινίδης ,ο Πέπης ο Αμπαρτζίδης,  ο Θωμάς, ο Νικήτας, ο Ξένος, ο Ιορδάνης ο Αλεξιάδης ,ο Σαββούλης, ο Παυλίκας,Γεωργιάδης , ο Γιώργος ο Χρυσοστομίδης, ο Πρόδρομος ο Αγγελίδης ,ο Κωνσταντίνος ο Καρακίδης , ο Σιμωνάκης ο Αναστασιάδης , ο Μύρων ,ο Τιμολέων ,ο Σαββίκος , ο Μανασής , κι άλλοι , κύριοι , με την παλιά έννοια,  κιμπάρηδες , μερακλήδες.   Γέμιζαν την πλατεία με την παρουσία τους. Κι όταν σηκώνονταν να τραγουδήσουν, η φωνή τους είχε μέσα τον πόνο, τη λεβεντιά και την ανάμνηση. Δεν ήταν γλέντι. Ήταν μυστήριο. Ήταν η ίδια η ζωή του χωριού. 

Μα σαν έφυγαν ένας ένας, λες και ξεριζώθηκε κάτι βαθύ απ’ τη γη. Η πλατεία ερήμωσε, τα καφενεία σώπασαν  και οι καρέκλες στέκουν τώρα άδειες , σαν να περιμένουν, μα ξέρουν πως δεν θα ξανάρθουν εκείνοι οι άνθρωποι. 

Δεν υπάρχουν πια τέτοιοι άντρες. Κι όσοι τους θυμούνται, κρατούν μέσα τους μια εποχή που έφυγε, αλλά άφησε πίσω της το άρωμα του ούζου, το βάρος της κουβέντας και το τραγούδι του Πόντου, σαν απόηχο μέσα στην καρδιά του Μαυρονερίου. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή