Οι Μικροί Μύλοι  

Οι Μικροί Μύλοι  

Πριν διαδοθούν οι νερόμυλοι και πολύ πριν τους ηλεκτρικούς, πολλά χωριά χρησιμοποιούσαν τους λεγόμενους ζευγαρόμυλους ή αλωνάκια με μύλο ζώων. 

Στο κέντρο υπήρχε ένας κάθετος ξύλινος άξονας, στον οποίο στερέωνε ένας οριζόντιος βραχίονας (σαν μεγάλο δοκάρι). 

Το ζώο (άλογο,  γαϊδουράκι, μουλάρι ή βόδι) δένονταν στον βραχίονα και περπατούσε κυκλικά γύρω γύρω. 

Η κίνηση αυτή γύριζε τον μηχανισμό που έδινε κίνηση σε δυο μεγάλες μυλόπετρες. 

Στο πάνω μέρος υπήρχε χοάνη όπου έριχναν το σιτάρι. Περνούσε ανάμεσα στις πέτρες και έβγαινε από κάτω σπασμένο ή αλεσμένο. 

Για το κορκότο ο μυλωνάς «σήκωνε» λίγο τις πέτρες, ώστε να μην κονιορτοποιούν το στάρι σε αλεύρι, αλλά να το σπάνε χοντροκομμένα. Έτσι έβγαινε το πλιγούρι ή το κορκότο . 

Υπήρχαν σε πολλά μέρη της Θράκης, της Μακεδονίας αλλά και οι πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο χρησιμοποιούσαν αυτόν τον τρόπο για να σπάσουν το στάρι. 

Τα έλεγαν και “ζευγαρόμυλους” γιατί δούλευαν με ζευγάρι ζώα. 

Ορισμένοι τέτοιοι μύλοι σώζονταν μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα σε χωριά χωρίς νερόμυλους. 

Στο διπλανό χωριό μας Άνω Απόστολοι σώζονται ακόμα . Ένας υπήρχε  στην πλατεία του χωριού και ο άλλος στο σπίτι του Ισάκ Κωφίδη.Σ το Μαυρονέρι υπήρχε ένας τέτοιος στην τοποθεσία που είναι το σπίτι του Αγάπη Παπαδόπουλου . Αλλά επειδή δεν έφτανε να εξυπηρετεί όλους ,ο Μαυρονεριώτες πήγαιναν και στο διπλανό χωριό Άνω Απόστολοι .  

Ήταν βαριά και κουραστική δουλειά για το ζώο, αλλά εξασφάλιζε ότι το σιτάρι θα γινόταν αλεύρι ή κορκότο ακόμα κι εκεί που δεν υπήρχε ποτάμι. 

Οι ζευγαρόμυλοι, αν και ξεπεράστηκαν από τους νερόμυλους και αργότερα από τους ηλεκτρικούς, υπήρξαν για αιώνες το στήριγμα της αγροτικής ζωής. 

 Με τον ιδρώτα του ζώου και την επιμονή του μυλωνά, το σιτάρι μεταμορφωνόταν σε αλεύρι και κορκότο, θρέφοντας οικογένειες και χωριά ολόκληρα. Σήμερα, όσοι σώζονται στις πλατείες και στις αυλές, σιωπηλοί πια, στέκουν σαν μάρτυρες μιας εποχής που η καθημερινότητα χτιζόταν με κόπο αλλά και με συλλογική προσπάθεια. 

Σήμερα οι ζευγαρόμυλοι δεν γυρίζουν πια. Έμειναν όμως να στέκουν σιωπηλοί στις πλατείες και στις αυλές, σαν παλιά φυλαχτά του χωριού. Οι πέτρες τους, φθαρμένες από το πέρασμα του σιταριού, κουβαλούν τη μνήμη ανθρώπων και ζώων που ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δώσουν ψωμί και ζωή. Κι έτσι, κάθε φορά που περνάς δίπλα τους, είναι σαν να ακούς τον ρυθμό του ζώου που γύριζε αργά, τον ήχο της πέτρας που έτριζε, το σιτάρι που έσπαγε και γινόταν κορκότο. Μια ανάσα παλιάς εποχής, που συνεχίζει να τρέφει την ψυχή μας. 

 Είναι μνημεία , που μας θυμίζουν πως ακόμη και τα πιο απλά μέσα, όταν συνοδεύονται από υπομονή και πίστη στη ζωή, μπορούν να εξασφαλίσουν το ψωμί του κόσμου. 

Αξίζει να διασωθούν  στη μνήμη και στη συλλογική μας κληρονομιά. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή