Οι Παπάδες στο Μαυρονέρι 

Οι Παπάδες στο Μαυρονέρι  

Στο κέντρο του Μαυρονερίου εκεί όπου η πέτρα και το χώμα ενώνονταν με την  μυρωδιά  του λιβανιού δέσποζε η μορφή του παπά. Δεν ήταν μόνο άνθρωπος, αλλά ήταν η γέφυρα ανάμεσα στον ουρανό και τη γη .  

Η εικόνα του παραμένει χαραγμένη στη μνήμη.  Αυτός ο άοκνος εργάτης  της εκκλησίας μας του Αγίου Χαραλάμπους, ο ιερωμένος, ο παπάς υπηρέτησε πάντα την Εκκλησία μας .  Ήταν εκείνος που  πάντρεψε τους γονείς μας και μας βάφτισε στο νερό της κολυμπήθρας . 

Ήταν ο ίδιος που  έψελνε την νεκρώσιμη ακολουθία για τις γιαγιάδες μας και τους παππούδες μας και  ήταν η γέφυρα για να οδηγηθούν στον άλλο κόσμο οι ψυχές τους. Δεν ήταν μόνο ιερέας, ήταν ο ” παπάς” μας . 

 Πρώτος από όλους ,παπάς του Μαυρονερίου,  ήταν ο παπά – Λεφίδης  Κωσταντίνος,  που ήρθε από την πατρίδα του το Σιδηροχώριον της Βιζύης,  στην Ανατολική Θράκη. Ήρθε και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Μαυρονέρι και ιερουργούσε στην αποθήκη που είχαν για εκκλησία . Δεν είχε στα χέρια του παρά μόνο την πίστη του και την οικογένειά του. Κι όμως κατάφερε να γίνει ο πνευματικός πατέρας του χωριού. Εκεί ανάμεσα σε τσουβάλια και δοχεία, ύψωνε το Άγιο Δισκοπότηρο και οι ψυχές των προσφύγων έβρισκε παρηγοριά.  

Στον Ονομαστικό Κατάλογο Προσφύγων Αγροτών είναι εγγεγραμμένος ο παπα – Λεφίδης,  ως Λεφίδης Κωνσταντίνος του Λέφα, από το Σιδηροχώριον Βιζύης της  Ανατολικής Θράκης και αριθμό Δήλωσης 139510. Ο αριθμός αυτός δείχνει τόπο εγκατάστασης το Μαυρονέρι Κιλκίς. Ο παπά – Κωνσταντίνος  έφυγε από τη ζωή στις 3 / 7 / 1956.  

  Ο παπά – Λεφίδης πάντρεψε την κόρη του με τον Χατζη- Μπαχάρη που  ήρθε στο Μαυρονέρι από το χωριό Βαπτιστή Κιλκίς και καταγωγή από τις Σοφίδες της Ανατολικής Θράκης. Έτσι ο Χατζη- Μπαχάρης έμεινε στο Μαυρονέρι και έκανε την οικογένειά του.  

Με τον καιρό  ήρθαν και άλλοι παπάδες, ο παπα – Χρήστος που ήταν ο αδελφός της Μαρίας του Παπαδόπουλου Στέφανου,  ο παπα- Δημήτρης, ο παπα- Άγγελος Κουτσός, ο παπα -Ηλίας με καταγωγή από το διπλανό χωριό Μέσοι Απόστολοι . Ο καθένας με την ταπεινότητά του και την δική του σφραγίδα. Ο παπα – Χρήστος έμενε στο σπίτι του Παπαδόπουλου Παναγιώτη του γραμματέα μας και ήταν γνωστός για το θαύμα της πατρότητάς του καθώς απέκτησε  τρίδυμα παιδιά με την παπαδιά του .  

Οι παπάδες του καιρού εκείνου δεν γνώριζαν πολλά γράμματα. Ήξεραν, όμως, κάτι πολύ σημαντικό, την γλώσσα της καρδιάς.  Ο λόγος τους ήταν απλός, αλλά βαρύς σαν την μυρωδιά του λιβανιού , που άναβε κατά την Θεία Λειτουργία. Τα γράμματα αυτά όμως ήταν  “αρκετά” για να ανταποκρίνονται στην τάξη της Εκκλησίας . Ήξεραν να ψάλλουν, να προσεύχονται και να δίνουν ελπίδα. Αυτό αρκούσε .  

Η ευλαβική στιγμή  ήταν που παραμέριζε η Εικόνα του Χριστού και  άνοιγε την θύρα στο Τέμπλο . Τότε παρουσιαζόταν η βιβλική μορφή  του απλοϊκού ιερέα , ο οποίος καλούσε το ποίμνιό του να προσέλθει .   

” Μετά φόβου Θεού , Πίστεως και Αγάπης ” τους καλούσε ο  ιερεύς για να λάβουν την Θεία Κοινωνία. 

Εμείς μικρά παιδιά όταν τον συναντούσαμε στο χωριό, τρέχαμε να φιλήσουμε το χέρι του και να πάρουμε την ευλογία του.  Έτσι μας είχαν μάθει οι γιαγιάδες μας  και οι μαμάδες μας. Να σεβόμαστε τους λειτουργούς της εκκλησίας . Και πολύ παλιά όταν περνούσε ο παπάς από την πλατεία  οι άνδρες σηκώνονταν και έβγαζαν το καπέλο τους. Έτσι έδειχναν τον σεβασμό στο πρόσωπό τους.  Όλα αυτά τα βλέπαμε από τους προγόνους μας και τα υιοθετούσαμε κι εμείς.  

Οι παπάδες μας έζησαν βίο τίμιο και αξιοπρεπή και γι’ αυτό είχαν την αγάπη όλων μας. Οι παλαιοί πήγαιναν ανελλιπώς στην εκκλησία και θεωρούσαν καθήκον τους τον εκκλησιασμό κάθε Κυριακή. 

Οι παπάδες σκορπούσαν στους ενορίτες και στις ενορίτισσες  πνευματικές μεθέξεις. Έτσι είχαμε λατρευτικές συνάξεις στην Εκκλησία και ο κόσμος πήγαινε να εκκλησιαστεί. Οι Κυριακές στο χωριό μας είχαν μια ξεχωριστή ιερότητα. Όλοι έβαζαν τα καλά τους ρούχα και κατευθύνονταν προς την εκκλησία.  Η καμπάνα χτυπούσε τρεις φορές και το χωριό έπαιρνε άλλον ρυθμό. Και όταν τελείωνε η λειτουργία ο παπάς στεκόταν στην Ωραία Πύλη και μας έδινε το αντίδωρο. Μικρά παιδάκια απλώναμε  τα χεράκια μας για να το πάρουμε και με μια κίνηση ευλάβειας φιλούσαμε το χέρι του. 

 Ο παπάς του χωριού δεν ήταν υπεράνθρωπος, αλλά στα μάτια μας έμοιαζε με άγγελο. Ο απλοϊκός ιερέας με το ράσο και τον σταυρό στο χέρι.  

 Ανοίγοντας το παράθυρο των παιδικών και νεανικών μας αναμνήσεων ο παπάς  του χωριού μας είχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας.  

Από την εποχή των πρώτων προσφύγων, οι ιερείς του Μαυρονερίου στάθηκαν στυλοβάτες της πίστης και της συνοχής της κοινότητας.  

Και σήμερα… 

 Κι όπως τότε, έτσι και σήμερα, η φωνή του ιερέα αντηχεί στον ναό του Αγίου Χαραλάμπους, θυμίζοντάς μας πως η πίστη είναι γέφυρα ανάμεσα στις γενιές. Ο σημερινός μας ιερέας, ο πατήρ Ευγένιος Ιωάννου,  συνεχίζει με σεμνότητα και αγάπη το έργο των προκατόχων του. Με το ίδιο ράσο, το ίδιο βλέμμα ευσπλαχνίας, τα ίδια χέρια που ευλογούν, κοινωνούν, παρηγορούν. Είναι κι αυτός “ο παπάς μας”, όπως εκείνοι οι παλιοί. Όταν χτυπά η καμπάνα, ξέρουμε πως είναι εκεί και μαζί του ξαναζωντανεύει η μνήμη, η συνέχεια, η παράδοση. 

Η εκκλησία μας παραμένει ζωντανή, όχι μόνο από τα λιθάρια της, αλλά από τους ανθρώπους της. Και ο πατήρ Ευγένιος , όπως ο παπά-Λεφίδης, ο παπά-Χρήστος, ο παπα-Άγγελος και οι άλλοι, είναι φύλακας αυτής της μνήμης, αυτής της πίστης, αυτής της κοινότητας. 

 Ο σημερινός ιερέας της ενορίας μας, πατήρ  Ευγένιος δεν είναι απλώς συνεχιστής των παλαιών παπάδων. Είναι  και δημιουργός νέων δρόμων. Με την αγάπη του για τον τόπο και τους ανθρώπους του, προχώρησε σε σημαντικά έργα. Φρόντισε τον εξωραϊσμό του ναού και ίδρυσε το Πνευματικό Κέντρο, που θα  λειτουργεί ως φάρος για νέους και ηλικιωμένους, τόπος ψυχικής ανάτασης και πνευματικής καλλιέργειας. Τιμούμε την προσφορά του και ευχόμαστε να συνεχίσει με την ίδια πίστη και ευγένεια. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή