Οι Χορευτές του Μαυρονερίου
Στους χορούς του Μαυρονερίου πέρα από την ατμόσφαιρα γεμάτη μουσική και τραγούδια, ξεχώριζαν πάντα οι δυνατοί χορευτές. Αυτοί οι χορευτές, με την αστείρευτη ενέργεια και το πάθος τους, δεν ήταν μόνο οι βασικοί πρωταγωνιστές, αλλά και οι φορείς του πολιτισμού, της παράδοσης και της ιστορίας της κοινότητας. Χόρευαν με το σώμα τους την ιστορία των προγόνων τους, μεταφέροντας τη δύναμη του πολιτισμού τους σε κάθε κίνηση.
Με το βλέμμα έντονα στραμμένο στον χορό Σέρα, τον μεγαλοπρεπή πολεμικό χορό που πήρε το όνομά του από τον ποταμό Σέρα στον Πόντο, οι δυνατοί χορευτές δημιουργούσαν ένα θέαμα που έκοβε την ανάσα. Ειδικά εκείνοι που χόρευαν το Σέρα ή Πυρρίχιο, έδειχναν όλη τους τη δύναμη και την αποφασιστικότητα, κάνοντάς το να μοιάζει με μια αέναη μάχη, που έφερνε μαζί της τη μνήμη των πολεμιστών και τη μαγεία της παράδοσης. Στο χορό Σέρα έμπαινε ο Παναγιώτης ο Καλτσίδης γεμάτος ενέργεια με τον Γιάννη τον Κεσίδη να δίνει όλη του την δύναμη στα βήματα . Οι δύο αυτοί χορευτές γεμάτοι με ένταση και συναισθηματική φόρτιση έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό , με ρυθμό γρήγορο και καταιγιστικό .
Οι χορευτές αυτοί, με τη δυναμική τους παρουσία, γίνονταν ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγραφίζονταν οι αξίες της κοινότητας , η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, η αντοχή και η συνέχεια της παράδοσης. Τα βήματά τους, γεμάτα δύναμη και ακρίβεια, έμοιαζαν να χτυπούν τη γη με το ίδιο πάθος που υπήρχε στην καρδιά τους, ενώ τα σώματά τους ήταν δεμένα με την παράδοση και τη μουσική.
Πρώτοι στον χορό έμπαιναν οι παλιοί ,ο Κότσος ο Παπαδόπουλος ο κλητήρας με την πετσέτα στο χέρι, με τον Θωμά τον Ξενίδη και τον Ξένο τον Ξενίδη να ξεκινούν το ομάλ , κρατώντας σταθερά τον κύκλο και τον Αντώνη τον Γαβριηλίδη με τον Γιώργο τον Χρυσοστομίδη να ακολουθούν . Συνέχεια ήταν ο Αχιλλέας ο Ξενίδης ,ο Δημήτρης ο Ξενίδης , ο Χάμπος ο Παπαδόπουλος, ο Σαββούλης ο Παπαδόπουλος , ο Γιώργος ο Παπαδόπουλος , ο Θεόφιλος ο Κεσίδης . Στο κέντρο του κύκλου ,ο Βένος ο Θεοδωρίδης με την Φρίντα έδιναν τον ρυθμό . Μετά το ομάλ και το διπάτ ο λυράρης έπαιζε την σερενίτσα , την λετσίνα , το τας , πιο δυναμικούς και γρήγορους χορούς . Αυτοί οι χοροί είχαν μια έκρηξη ενθουσιασμού με γρήγορες περιστροφές και πηδήματα .
Γύρω από τον χορό , οι θεατές, η Μορφίλη του Παυλίκα , η Μαιρούλα του Άβελ , η Ρούλα του Αχιλλέα ,ο μικρός Λαζαράκης της Ταμάρας , παρακολουθούσαν με δέος . Όλοι μαζί , χωριανοί ,φίλοι , ένοιωθαν πως το πανηγύρι δεν ήταν μόνο γιορτή ,αλλά μια αναβίωση της ίδιας της ζωής .
Οι νεότεροι Μαυρονεριώτες, παρακολουθώντας τους μεγάλους χορευτές, απορούσαν με τη μαεστρία τους και ονειρεύονταν να αποκτήσουν τη δύναμη και τη χάρη τους. Τα παραδοσιακά χορευτικά, από το ομάλ και το διπάτ, μέχρι το Κότσαρι και την Τρυγώνα, έπαιρναν ζωή μέσα από αυτούς και οι αστείρευτοι χορευτές τους μετέφεραν στις επόμενες γενιές την αίσθηση του μεγάλου και ανεπανάληπτου αυτού πολιτιστικού θησαυρού.
Ο χορός, λοιπόν, για τους δυνατούς χορευτές του Μαυρονερίου δεν ήταν απλώς μια εκδήλωση της στιγμής . Ήταν μια πράξη ιερή, μια αναβίωση των αγώνων, της ελπίδας, της χαράς, του πόνου και της αντοχής που είχαν περάσει μέσα από τις γενιές. Αυτοί οι χορευτές δεν χόρευαν μόνο για τη διασκέδαση, αλλά για να διατηρήσουν ζωντανό το θρύλο τους, να ενώνουν το παρελθόν με το παρόν και να δείχνουν στους νεότερους τον τρόπο να βαδίζουν στον ίδιο δρόμο.
Και έτσι, κάθε χορός, κάθε βήμα, κάθε κίνηση ήταν μια αναγνώριση της αέναης συνέχειας, της ενότητας και της δύναμης που χαρακτηρίζει τη μοναδική παράδοση του Μαυρονέρι.
Στους ρυθμούς του νταουλιού και της λύρας ,το Μαυρονέρι θυμάται , γιορτάζει και συνεχίζει να χορεύει. Γιατί κάθε χορός είναι μια πράξη τιμής στην ιστορία τους !